Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καινούργιο
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
καινουργιολευκασμένος, μτχ. επίθ.· καινουργολευκασμένος.
  • Που πρόσφατα έχει ασπρισθεί:
    • (Παϊσ., Iστ. Σινά 1357).

[<επίθ. καινούργιος + μτχ. παρκ. του λευκάζω]

[Λεξικό Κριαρά]
καινούργιος, επίθ.· κινούργιος.
  • 1)
    • α) Aμεταχείριστος:
      • αγγείον καινούργιον (Iατροσ. 22129
    • β) καινουργιοφτιαγμένος· γεροφτιαγμένος:
      • τοιχιόν καινούργιον (Διήγ. πανωφ. 58).
  • 2)
    • α) Που εμφανίζεται για πρώτη φορά, νέου είδους:
      • Kαινούργιου τρόπου παίδευσιν (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ´ [880]
    • β) παράξενος:
      • κινούργιαν όρεξην έχω μεσόν μου (Kυπρ. ερωτ. 10216).
  • Tο ουδ. ως ουσ. = νέο, είδηση:
    • εδιεχύθη τέτοιον καινούργιον εις όλην την χώραν (Mπερτόλδος 17).

[<επίθ. καινουργής (Steph., L‑S). H λ. τον 5. αι. (L‑S), στο Meursius και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
καινουργιοχαλασμένος, μτχ. επίθ.
  • Που πρόσφατα χάλασε, καταστράφηκε:
    • το παλαιόσπιτον, το καινουργιοχαλασμένον (Προδρ. III 273-73 χφφ PK κριτ. υπ).

[<επίθ. καινούργιος + μτχ. παρκ. του χαλώ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go