Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καβαλαρης
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καβαλάρης ο [kavaláris] Ο11 πληθ. και καβαλαραίοι, θηλ. καβαλάρισσα [kavalárisa] Ο27 : I1.αυτός που είναι ανεβασμένος επάνω σε άλογο, που είναι καβάλα σε άλογο. || (έκφρ.) ο μαύρος ~, ο χάρος. μοναχικός ~, για κπ. που ακολουθεί μοναχική πορεία στη ζωή. 2. (οικ.) στρατιώτης που υπηρετούσε στο ιππικό· ιππέας: Πεζοί και καβαλάρηδες πολιόρκησαν το κάστρο. II. για κατασκευή που έχει το σχήμα που παίρνουν τα πόδια του καβαλάρη. 1α. οριζόντιο δοκάρι που αποτελεί την κορυφή δίριχτης στέγης. β. καθένα από τα κεραμίδια που καλύπτουν την κορυφή της στέγης. 2. σε έγχορδο όργανο, η ξύλινη πλάκα επάνω στην οποία είναι τεντωμένες οι χορδές.

[μσν. καβαλλάρης < ελνστ. καβαλλάριος με αποφυγή της χασμ. (ορθογρ. απλοπ.) < υστλατ. caballarius (διαφ. το μσν. καβαλάριος `ιππότης΄ σημδ. γαλλ. chevalier)· καβαλάρ(ης) -ισσα]

[Λεξικό Κριαρά]
καβαλάρης ο· καβαλλάρης· καβελάρης· πληθ. καβαλαραίοι· καβαλάροι· καβαλαροί· καβαλλαράδες· καβαλλάροι· καβελαραίοι.
  • 1) Kαβαλάρης, έφιππος:
    • (Eρωτόκρ. B´ 186).
  • 2) Iππότης:
    • (Bουστρ. 211).
  • 3) Φεουδάρχης:
    • καβαλάρης εις αυτά (ενν. τα δέντρα) η γερετιτά του … μισέρ Πόλο Σαγγινάτσο (Bαρούχ. 97).
  • H λ. και ο τ. καβελάρης ως τοπων.:
    • (Πορτολ. A 24022), (Β 931).

[<ουσ. καβαλάριος. H λ. τον 7. αι. (Lampe, λλ‑, βλ. και Soph., λλ‑) στο Βλάχ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go