Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ζενίθ
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζενίθ το [zeníθ] Ο (άκλ.) : ANT ναδίρ. 1. (αστρον.) το νοητό σημείο της ουράνιας σφαίρας που βρίσκεται κατακόρυφα και ακριβώς πάνω από τον παρατηρητή: Ο ήλιος βρίσκεται στο ~. Aληθές ή αστρονομικό ~. Γεωκεντρικό ~. 2. (μτφ.) ο ύψιστος βαθμός, το ανώτατο σημείο μιας εξέλιξης· ακμή, κολοφώνας, μεσουράνημα: Έφτασε στο ~ της δόξας του. Tα δύο αυτά έργα είναι το ~ και το ναδίρ της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.

[λόγ. < γαλλ. zénith (ορθογρ. δαν.) < ισπαν. cenit (παλαιότ. γραφή zenit) < αραβ. semt-(ar-ra΄s) `ο δρόμος πάνω απ΄ το κεφάλι΄ (ορθογρ. εναλλ.: s/z και παρανάγνωση ni αντί m)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζενιθιακός -ή -ό [zeniθiakós] & ζενιθικός -ή -ό [zeniθikós] Ε1 : (αστρον.) που αναφέρεται στο ζενίθ: H ζενιθιακή απόσταση ενός άστρου, η γωνία με την οποία μετρούν την απόστασή του από το ζενίθ.

[λόγ. ζενίθ -ιακός, -ικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go