Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αφορμή
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αφορμή η [aformí] Ο29 : 1.γεγονός το οποίο χρησιμοποιεί κάποιος ως πρόφαση για να προβεί σε ενέργειες συνήθ. εχθρικές, των οποίων τα αίτια είναι βαθύτερα: Aίτια και αφορμές του πελοποννησιακού πολέμου. ~ για την απεργία ήταν η απόλυση δύο εργατών. Ποια ήταν η ~ της παραίτησής του; Aυτή ήταν απλώς η ~, όχι η αιτία. ~ σοβαρή / ασήμαντη. Δίνω / ψάχνω / γυρεύω / βρίσκω / γίνομαι ~. ~ γύρευε κι ~ βρήκε. ~ ζητούσε για να με κατηγορήσει, ευκαιρία. Δεν είχα / δε μου έδωσε καμία ~ για να είμαι δυσαρεστημένος μαζί του. 2. γεγονός το οποίο χρησιμοποιεί κάποιος ως δικαιολογία για κτ.: ~ ένα μικρό πονοκέφαλο δεν πήγε στη δουλειά του. || (έκφρ.) με (την) ~, για σύμπτωση κατάλληλων συνθηκών, ευνοϊκών περιστάσεων που επιτρέπουν την πραγματοποίηση ενός σκοπού· ευκαιρία: Θα μιλήσω αύριο στον υπουργό με ~ που θα τον δω. Mε την ~ της εθνικής επετείου θα γίνει στρατιωτική παρέλαση. παίρνω ~, βρίσκω την ευκαιρία: Παίρνοντας ~ από την ανακοίνωση του κ. τάδε…

[αρχ. ἀφορμή]

[Λεξικό Κριαρά]
αφορμή η· ’φορμή.
  • 1)
    • α) Aιτία, λόγος:
      • για ποια αφορμή η μάννα μου δεν ήρθε να με ντύσει (Θυσ. 510
      • εκφρ. διά την αφορμήν, απού ή απέ την αφορμήν, με αφορμήν, διά της αφορμής, γι’ αφορμή, ιπί αφορμή, εκ την αφορμήν, εξ αφορμής (με γεν. αντων. ή ουσ.) = εξαιτίας:
        • (Kυπρ. ερωτ. 584, 9361), (Aσσίζ. 1597), (Βουστρ. 2547), (Ασσίζ. 41021), (Κυπρ. ερωτ. 542), (Πεντ. Γέν. XLIII 18), (Ερμον. Α 37, Β 29
    • β) πρόφαση, δικαιολογία:
      • όταν οκνεύσει άνθρωπος, όλο αφορμές γυρεύγει (Γεωργηλ., Θαν. 469
      • φρ. ποιώ αφορμήν = προσποιούμαι (ότι):
        • (Tρωικά 53318), (Λίβ. Sc. 64
    • γ) εκφρ. (διά) αφορμήν του … ή να …, προς αφορμήν (με γεν.) = για να …, με σκοπό να …:
      • (Xρον. σουλτ. 9023), (Aσσίζ. 17515), (Καλλίμ. 2185).
  • 2)
    • α) Eυκαιρία:
      • Έδραξεν, ηύρεν αφορμήν ο ευνούχος προς την κόρην (Λίβ. Esc. 1507
    • β) περίπτωση, περίσταση:
      • όπως να μη του λείψει εις τούτην γαρ την αφορμήν (Xρον. Mορ. H 3224· Aσσίζ. 13724).
  • 3) Yπόθεση, ζήτημα:
    • ο ποίος εξηγήθην του ρηγός όλην την αφορμήν (Mαχ. 21011).
  • 4) Mέσο, τρόπος, δυνατότητα:
    • να τον συμβουλέψουν με τι τρόπον και αφορμήν τον τόπον του φυλάξει (Xρον. Mορ. H 8811).
  • 5) Δεξιοτεχνία:
    • οι άπιστοι Γενουβήσοι με αφορμήν και τέχνην εσηκώσαν την Aμόχουστον (Mαχ. 4029).
  • 6) Mομφή, κατηγορία:
    • ηθέλαν της βάλει αφορμήν ότι εσκότωσέν τον (Aσσίζ. 38431).
  • 7) Στενοχώρια, «τρέλα»:
    • εις αφορμή την ήριχτεν εκείνο τό λογιάζει (Eρωτόκρ. B´ 657).

[αρχ. ουσ. αφορμή. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αφορμή [aformí] η,
  • ① immediate, contributing, or incidental cause, occasion:
    • φιλονίκησαν για ασήμαντη ~ |
    • η φαντασία κι από μικρή ~ ανάβει και λαμπαδιάζει καθώς το φρύγανο (Panagiotop) |
    • δεν πρέπει να συγχέουμε την αιτία με την ~ των γεγονότων· οι αφορμές μπορεί να είναι τυχαίες, όχι όμως οι αιτίες (Evelpidis) |
    • πίσω από τις φαινομενικές αφορμές [του πολέμου] .. είδε τα πραγματικά του αίτια (Kakridis)
  • ⓐ occasion, opportunity (syn ευκαιρία):
    • με την ~ της προαγωγής του έδωσε δεξίωση |
    • τους δόθηκε ~ να συζητήσουν |
    • μου έλεγεν άλλοτε, από την ~ του θανάτου αγαπημένου αδερφού, πως ήταν κι εκείνος ποιητής (Palam) |
    • μια ωραία ~ για το γερμανικό λαό να τιμήσει τη μεγάλη ποιήτριά του (Athanasiadis-N) |
    • με την ~ αυτή του είπε .. για την κατάντια τους (Venezis) |
    • το εξωτερικό γεγονός αποτελεί μια απλή ~ για την αξιοποίηση δυνάμεων, που κοιμούνται μέσα μας (Chatzinis)
  • ② cause, reason (syn αιτία 1, λόγος):
    • δίνει ~ για επικρίσεις, παράπονα |
    • έγινε ~ να τιμωρηθεί ένας αθώος (syn phr έγινε αίτιος) |
    • η αυτοκράτειρα T. θεωρείται γενικά ως ~ πολλών ατυχιών του (Athanasiadis-N) |
    • να το θυμάσαι και να κλειδώνεις το στόμα σου, να το κλαις και να μη μολογάς την ~ σου (Prevelakis) |
    • κανένας ψαράς δεν ήξερε .. τη σωστή ~ που 'σπρωχνε τα ψάρια στα ταξίδια τους (Bastias) |
    • δεν βρήκα ~ να αλλάξω τίποτε και πρόσθεσα μόνο μερικές παραπομπές (Karouzos)
  • ⓑ rise, cause, impetus:
    • ο θάνατος του ποιητή είχε δώσει ~ σε μια φιλολογία, .. που έφτασε τα όρια της ανούσιας απεραντολογίας (Chatzinis)
  • ⓒ cause for complaint, grievance (syn παράπονο):
    • έχει αφορμές εναντίον του αφεντικού του
  • ③ (alleged) grounds, pretext, pretense, excuse (syn αιτία 2, δικαιολογία, λαβή, πάτημα, πρόφαση):
    • γυρεύει (or ζητάει) ~ he is looking for an excuse (to fight etc) |
    • θα σε χτυπήσουνε· μην τους δίνεις αφορμές (LAkritas) |
    • τριγυρόφερνε το σπίτι σκουντουφλιασμένος και βαρύς, δεν του λείπανε δα κι οι αφορμές (Prevelakis) |
    • folks. βαρύ σταμνί με δίνει και κοντό σκοινί, | ν' αργήσω να γεμίσω, να μ' εύρει ~ (DPetrop)
  • ④ in adv function because of, on account of (syn απαφορμή, εξαιτίας):
    • απ' ~ το χιόνι δεν πάει στη δουλειά του |
    • απ' ~ να πιει νερό, μας το 'σκασε |
    • folks. άνοιξε, γης, κατάπιε με και σκέπασέ με χώμα, | γιατ' ~ δε μου μιλεί το ζαχαρένιο στόμα (Passow)

[fr postmed, MG αφορμή ← PatrG, K (also pap), AG (Eurip.+), cpd w. pref ἀφ- & ὁρμή; cf παραφορμή (Hesych.)]

[Λεξικό Γεωργακά]
αφόρμηση [afόrmisi] η, (L)
  • starting point, base, basis (near-syn αφετηρία, βάση):
    • μέσα του υπάρχουν και οι αφορμήσεις για ένα νέο ξεκίνημα (Papanoutsos) |
    • για την πορεία αυτή είχε σημαντικές αφορμήσεις από τον Πλάτωνα κι ας τους έδωσε νέο περιεχόμενο (Tatakis)

[fr kath (neol) αφόρμησις, cpd w. (Vettius Valens, schol. Ap. Rhod.) ¬ρμησις; cf ἐνόρμησις, ἐξόρμησις, ἐφόρμησις etc]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go