Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αδιάκριτος
5 εγγραφές [1 - 5]
[Λεξικό Κριαρά]
αδιάκριτος, επίθ.
  • 1) Που δεν έχει την ικανότητα να κρίνει, άλογος:
    • οζό αδιάκριτο (Στάθ. Γ´ 316).
  • 2)
    • α) Aγροίκος, άξεστος:
      • αδιάκριτε χωριάτη (Πιστ. βοσκ. II 7, 145
    • β) αναιδής, αδιάντροπος:
      • Aυθάδης κι αποτσίπωτος κι αδιάκριτος περίσσα (Σουμμ., Παστ. φίδ. E´ [586]).
  • 3) Aναίσθητος, σκληρός:
    • τι με ονείδισες … ότι είμαι αδιακριτότερη και παρά το λιθάριν …; (Λίβ. Esc. 1701· Pοδολ. Δ´ 96).
  • Tο ουδ. ως ουσ. = σκληρότητα:
    • είδα τ’ ανυπόληφτον και το αδιάκριτόν της (Προδρ. III 174 χφ P κριτ. υπ).

[αρχ. επίθ. αδιάκριτος. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αδιάκριτος 1 -η -ο [aδiákritos] Ε5 : 1.που δείχνει ανάρμοστη περιέργεια για τις υποθέσεις των άλλων, που αναμειγνύεται, όταν δεν πρέπει, σε προσωπικά ζητήματα τρίτων, που συμπεριφέρεται χωρίς λεπτότητα, με τρόπο ενοχλητικά περίεργο. ANT διακριτικός: ~ επισκέπτης. Mα τι αδιάκριτη που είσαι! Γίνονται τέτοιες ερωτήσεις; Δε θέλω να φανώ ~ αλλά… || Mη μας δει κάποιο αδιάκριτο μάτι, κάποιος αδιάκριτος. 2. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη διακριτικότητας: Aδιάκριτες ερωτήσεις. αδιάκριτα ΕΠIΡΡ: Φέρθηκες πολύ ~.

[λόγ. < αρχ. ἀδιάκριτος `που δε διακρίνεται΄ σημδ. γαλλ. indiscret]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αδιάκριτος 2 -η -ο : που δεν μπορεί να τον ξεχωρίσει κάποιος, να τον διακρίνει από κτ. άλλο: Mια αδιάκριτη διαφορά. αδιάκριτα & (λόγ.) αδιακρίτως ΕΠIΡΡ χωρίς διάκριση, χωρίς επιλογή: Xτυπούσε ~. Aπαγορεύτηκε η είσοδος σε όλους, αδιακρίτως φύλου ή ηλικίας.

[λόγ. < αρχ. ἀδιάκριτος `που δε διακρίνεται΄, ελνστ. ἀδιακρίτως]

[Λεξικό Γεωργακά]
αδιάκριτος1 [a∂iákritos] ο, αδιάκριτη [a∂iákriti] η,
  • prying person, prier, snooper:
    • ο παπάς μαλώνει πολύ αυστηρά τους αδιάκριτους, που θέλουν και καλά να μάθουν γιατί είναι σημειωμένη (Papantoniou) |
    • δεν έχω το δικαίωμα ν' ανακατεύωμαι στη ζωή της,... είμαι ένας ~ (Terzakis)

[fr MG αδιάκριτος ← AG]

[Λεξικό Γεωργακά]
αδιάκριτος2, -η, -ο [a∂iákritos]
  • ① not discernible, imperceptible, indistinct, faint (syn αδιόρατος, δυσδιάκριτος, αξεχώριστος):
    • αδιάκριτο γράψιμο blurred writing |
    • στοιχεία αδιάκριτα indistinct, unreadable type (being too small) |
    • αδιάκριτο μαντάρισμα invisible mending |
    • αδιάκριτα μανταρίσματα darnings that does no show |
    • ~ ήχος faint sound |
    • ασύνδετες και αξιολογικά αδιάκριτες εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχολογίας (Tsatsos)
  • ② inconsiderate, indiscreet, tactless, intrusive (syn όχι λεπτός, χωρίς διάκριση or τακτ, αδιάντροπος 2, ant διακριτικός, που έχει λεπτούς τρόπους, λεπτός):
    • ~ επισκέπτης (ξένος) inconsiderate, intrusive visitor (stranger) |
    • ~ άνθρωπος peeper or eavesdropper or encroacher on s.o.'s time |
    • ~ σύζυγος tactless husband |
    • αδιάκριτη γυναίκα peeper |
    • αδιάκριτο πρόσωπο χωρίς συναίσθηση ευθυνών enfant terrible |
    • ελπίζω να μην είμαι ~ I hope I am not guilty of an intrusion |
    • αδιάκριτη ματιά prying glances, e.g. τους ενοχλεί με αδιάκριτες ματιές |
    • αδιάκριτα βλέμματα prying eyes |
    • μακριά από τ' αδιάκριτα μάτια (των ξένων) safe fr prying eyes |
    • με αδιάκριτη περιέργεια pryingly |
    • ούτ' ένα... βλέμμα αδιάκριτης περιέργειας (Palaiologos) |
    • αδιάκριτη ερώτηση tactless (indiscreet, unwise, personal) question |
    • αδιάκριτες απορίες indiscreet questions |
    • αδιάκριτες παρατηρήσεις inconsiderate (tactless) remarks |
    • αδιάκριτη γλώσσα telltale tongue |
    • αδιάκριτα γέλια |
    • διακριτικοί ή αδιάκριτοι κατακριτές μου απρονόητα συνόδευαν τα λόγια των για μένα με στίχους μου· ήμουν βέβαιος πως τα κείμενα τούς διέψευδαν (Palam) |
    • ερευνούσε με αδιάκριτο μεγεθυντικό φακό τα μυστικά μου (Kazantz) |
    • (το βιβλίο) αποκρούει με περιφρόνηση κάθε αδιάκριτη ανάμειξη του μυθιστορηματικού (Terzakis) |
    • καλύτερα να σε πουν αδιάκριτο παρά υποκριτή· ο πρώτος έχει υπέρ αυτού την ειλικρίνεια (Papanoutsos)
  • ⓐ prying, nosy (syn περίεργος, φιλοπερίεργος):
    • ~ τύπος
  • ⓑ loose-tongued (syn ακριτόμυθος)

[fr MG αδιάκριτος← AG]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες