Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: "τζάντζαλα μάντζαλα"
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τζάντζαλα μάντζαλα τα [dzándzala mándzala] Ο (στην ονομ. και αιτ.) : (προφ.) τα τζάντζαλα: Tι τα θέλεις όλα αυτά τα ~;

[πληθ. του τζάντζαλο και με αντικατάσταση τζ- > μ- (δες στο μ-)] ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go