Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: "στερητικός -ή -ό"
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στερητικός -ή -ό [steritikós] Ε1 : που έχει σχέση με τη στέρηση. α. που προκαλεί στέρηση: Στερητική ενέργεια. Ποινή στερητική της ελευθερίας. β. (γραμμ.): Στερητικό μόριο / πρόθημα, πρόθημα που δηλώνει άρνη ση ή στέρηση εκείνου το οποίο δηλώνει η λέξη από την οποία παράγεται: H λέξη “άθεος” σχηματίζεται από το στερητικό μόριο “α-” και τη λέξη “θεός”. γ. (ιατρ.) που οφείλεται σε ορισμένη στέρηση: Στερητική νόσος. Στερητικό φαινόμενο / σύνδρομο.

[λόγ. < αρχ. στερητικός (β: ελνστ. σημ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go