Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: "ρε"
149 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρε [ré] επιφ. κλητικό : συνήθ. συνοδεύεται από επιφωνηματική φράση ή πρόταση· ανάλογα με το νόημα του λόγου και το χρωματισμό της φωνής χρησιμοποιείται: α. (λαϊκ., προφ.) για να δηλώσει έντονη αγανάκτηση, συχνά σε φράσεις ή προτάσεις με υβριστικό περιεχόμενο: ~ γάιδαρε! ~ απατεώνα! ~ βλάκες! ~ συ! ~, άντε άσε με ήσυχο. ~, άντε φύγετε από δω. β. (οικ.) με κλητική πτώση σε προσφώνηση· (πρβ. βρε, μωρέ): ~ παιδιά, εγώ λέω να πάμε για φαγητό. Mη στεναχωριέσαι ~· εγώ θα σε βοηθήσω. ~ σεις, έτσι θα φύγετε, χωρίς να σας κεράσω! || (ως απλό προτακτικό σε φράσεις που δηλώνουν θαυμασμό): ~ τι γίνεται στον κόσμο! Ε ~ τι πάθαμε!

[αρχ. μωρέ `κουτέ΄ (μωρός) με σύντμ. ωρέ > ρε]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρε το [ré] Ο (άκλ.) : 1.η δεύτερη νότα της ευρωπαϊκής μουσικής κλίμακας. 2. η κλίμακα που αρχίζει από τη νότα ρε: Συμφωνία σε ~ μείζονα / ελάσσονα. 3. χορδή μουσικού οργάνου, η οποία παράγει το ρε: Tο ~ του βιολιού.

[ιταλ. re]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρεάλι το [reáli] Ο44 : ονομασία παλιάς νομισματικής μονάδας της Iσπανίας και της Πορτογαλίας. || (λαϊκότρ., πληθ.) χρήματα, περιουσία, παράδες.

[ισπαν. real ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρεαλισμός ο [realizmós] Ο17 : 1.(στη λογοτεχνία και στις τέχνες) η αντίληψη ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να παρουσιάζει το αντικείμενό του όπως ακριβώς είναι, χωρίς καμιά προσπάθεια να το εξωραΐσει ή να το εξιδανικεύσει· (πρβ. νατουραλισμός): Ο ~ αντιτίθεται τόσο προς τον ιδεαλισμό όσο και προς το ρομαντισμό. Σοσιαλιστικός ~, λογοτεχνικό κυρίως ρεύμα που αναπτύχθηκε στη Σοβιετική Ένωση και στόχευε στην απόδοση της κοινωνικής πραγματικότητας, όπως αυτή εμφανιζόταν μέσα από τη διαδικασία της επαναστατικής εξέλιξης, και στην αφύπνιση των μαζών. || ο χαρακτήρας λογοτεχνικού ή καλλιτεχνικού έργου που διαπνέεται από αυτή την αντίληψη· ρεαλιστικότητα: Ο ~ ενός έργου / μιας περιγραφής. 2. (φιλοσ.) α. η θεωρία που αποδίδει στον εξωτερικό κόσμο αντικειμενική υπόσταση, ανεξάρτητα από το νου: Στην άποψη του ρεαλισμού αντιτίθενται η εννοιοκρατία και ο νομιναλισμός. β. (ειδικότ., στη μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία) η θεωρία που αποδίδει πραγματική υπόσταση στις καθολικές έννοιες. 3. η αντιμετώπιση της πραγματικότητας με έναν τρόπο απόλυτα σύμφωνο με αυτήν, χωρίς εξιδανικεύσεις και εξωραϊσμούς: Aς εξετάσουμε το πρόβλημα με ρεαλισμό. Πολιτικός ~. Kυνικός ~.

[λόγ. < γαλλ. réalisme (-isme = -ισμός)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρεαλιστής ο [realistís] Ο7 θηλ. ρεαλίστρια [realístria] Ο27 : 1α.ο καλλιτέ χνης ή ο λογοτέχνης που εκφράζεται με τον τρόπο του ρεαλισμού1. || (ως επίθ.): ~ πεζογράφος / ποιητής. β. ο φιλόσοφος που δέχεται και υποστη ρίζει τις απόψεις του ρεαλισμού2. 2. (προφ.) αυτός που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με ρεαλισμό3, όπως είναι, χωρίς να την εξιδανικεύει ή να την εξωραΐζει· (πρβ. πραγματιστής): Aς αφήσουμε τα όνειρα κι ας γίνουμε για λίγο ρεαλιστές.

[λόγ. < γαλλ. réaliste (-iste = -ιστής)· λόγ. ρεαλισ(τής) -τρια]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρεαλιστικός -ή -ό [realistikós] Ε1 : που ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει στο ρεαλιστή ή στο ρεαλισμό ή που είναι σύμφωνος με αυτόν. 1α. που αναφέρεται στον καλλιτεχνικό ή στο λογοτεχνικό ρεαλισμό: Ρεαλιστικό διήγημα. Ρεαλιστική ποίηση / ζωγραφική / τέχνη. β. που αναφέρεται στο φιλοσοφικό ρεαλισμό. 2. που λαβαίνει υπόψη του την πραγματικότητα όπως είναι, χωρίς να την εξιδανικεύει ή να την εξωραΐζει. ANT εξωπραγματικός, ουτοπικός: Ρεαλιστική λύση / πρόταση / άποψη. Ρεαλιστική αντιμετώπιση της ζωής. ρεαλιστικά ΕΠIΡΡ συνήθ. στη σημ. 2, με τρόπο ρεαλιστικό, χωρίς εξιδανικεύσεις.

[λόγ. ρεαλιστ(ής) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρεβανί το [revaní] & ραβανί το [ravaní] Ο43 : είδος σιροπιαστού γλυκίσματος από αλεύρι, βούτυρο, αυγά και ζάχαρη.

[τουρκ. revani (από τα περσ.)· [e > a] από επίδρ. του [r] ή από υποχωρ. αφομ. [e-a > a-a] ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρεβάνς η [reváns] Ο (άκλ.) : η επανάληψη ενός αγώνα, παιχνιδιού ή παρτί δας παιχνιδιού, που γίνεται για να δοθεί στον ηττημένο η δυνατότητα να κερδίσει ή να ισοφαρίσει την ήττα του: Παίρνω τη ~, κερδίζω αυτόν που με είχε νικήσει. || (γενικότ.) ανταπόδοση ήττας.

[λόγ. < γαλλ. revanche]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρεβανσισμός ο [revansizmós] Ο17 : (πολ.) πολιτική τάση ή κίνηση για εκδίκηση και τιμωρία αντιπάλου που μας είχε νικήσει: Γερμανικός ~. H αναβίωση του ρεβανσισμού στη Γερμανία. || (γενικότ.) εκδικητικότητα.

[λόγ. < γαλλ. revanchisme (-isme = -ισμός)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρεβανσιστής ο [revansistís] Ο7 θηλ. ρεβανσίστρια [revansístria] Ο27 : (πολ.) ο οπαδός του ρεβανσισμού. || (ως επίθ.): ~ πολιτικός.

[λόγ. < γαλλ. revanchiste (-iste = -ιστής)· λόγ. ρεβανσισ(τής) -τρια]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...15   Next >
Go to page:Go