Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: "γουίντ σερφ"
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γουίντ σερφ το [γuínt sérf] & σερφ το [sérf] Ο (άκλ.) : ιστιοσανίδα.

[λόγ. < γαλλ. Windsurf < αγγλ. Windsurfer σήμα κατατ.· αποβ. του α' συνθ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γουίντ σέρφιγκ το [γuínt sérfiŋg] & σέρφιγκ το [sérfiŋg] Ο (άκλ.) : σπορ ή άθλημα που γίνεται με ιστιοσανίδα.

[λόγ. < αγγλ. windsurfing· αποβ. του α' συνθ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go