Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ωριμάζω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωριμάζω [orimázo] Ρ2.1α μππ. ωριμασμένος : 1. φτάνω σε ένα ανώτατο και κατάλληλο για κτ. στάδιο ανάπτυξης, εξέλιξης, τελείωσης κτλ.· γίνομαι ώριμος. α. (για καρπούς) γίνομαι, μεστώνω: Tα σύκα ωριμάζουν τον Aύγουστο. Ωρίμασαν τα στάχυα· καιρός ν΄ αρχίσει το θέρισμα. || Tυρί που ωριμάζει στη μούχλα. β. για άνθρωπο που ωριμάζει από πνευματική ή βιολογική άποψη: H γενιά μας ωρίμασε πολιτικά μέσα στο αντιδικτατορικό κίνημα. γ. για καταστάσεις, συνθήκες κτλ. που έχουν εξελιχθεί αρκετά, ώστε να γίνουν πρόσφορες, ευνοϊκές για κτ.: Aν δεν περιμένουμε να ωριμάσουν οι συνθήκες, οι μεταρρυθμίσεις θα αποτύχουν. 2. κάνω κπ. ώριμο: Οι περιπέτειες της οικογένειάς του τον ωρίμασαν πρόωρα.

[1α: ελνστ. ὡριμάζω· 1β, γ, 2: λόγ. σημδ. γαλλ. mûrir]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες