Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ψέγω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ψέγω [pséγo] -ομαι Ρ3 : επικρίνω, κατακρίνω, μέμφομαι κπ.: Άδικα με ψέγεις.

[λόγ. < αρχ. ψέγω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες