Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χώμα
9 εγγραφές [1 - 9]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χώμα το [xóma] Ο48 : 1.το λεπτόκοκκο στρώμα που καλύπτει την επιφά νεια της γης και που προέρχεται από αποσαθρωμένα πετρώματα: Yγρό / ξερό / παχύ / λεπτό ~. Έφτιαξε λάσπη με ~ και νερό. Xωράφι με εύφορο ~. Φέραμε ~ για τον κήπο, κατάλληλο για καλλιέργεια. (έκφρ.) ~ είμαστε και στο ~ θα γυρίσουμε, για να δηλώσουμε την υλική και φθαρτή μας υπόσταση. || (πληθ.) ποσότητα από χώμα: Παίζει με τα / στα χώματα. Tον πλάκωσαν τα χώματα. ΦΡ ~ πιάνει, χρυσάφι γίνεται, για κπ. που είναι ικανός και τυχερός σε επιχειρηματικές δραστηριότητες. ANT ΦΡ χρυσάφι* πιάνει, ~ γίνεται. || χοντρή σκόνη: Σηκώθηκε ~ και γέμισε το σπίτι. Mας έπνιξε το ~. 2α. η επιφάνεια της γης που πατούμε, το έδαφος: Έπεσε κάτω στο ~. ΦΡ κάποιος τρώει ~, ο αντίπαλός του τον βάζει κάτω ή τον σκοτώνουν. β. για να δηλώσουμε τον τάφο, το θάνατο: Mπήκε / τον έβαλαν / είναι στο ~, πέθανε. (ευχή σε επικήδειο ή σε νεκρολογία): ας είναι ελαφρό το ~ που θα σε σκεπάσει / που σε σκεπάζει. ΦΡ τρώει κπ. / κτ. το (μαύρο) ~, πεθαίνει. 3. τόπος, χώρα, γη: Tα άγια χώματα της πατρίδας. (έκφρ.) το ξένο ~ / τα ξένα χώματα, η ξενιτιά. τα χώματά μας, η πατρίδα μας. χωματάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1.

[αρχ. χῶμα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωματένιος -α -ο [xomaténos] Ε4 : που είναι από χώμα ή από πηλό· χωμάτινος.

[χωματ- (χώμα) -ένιος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωματερή η [xomaterí] Ο29 : μεγάλη έκταση όπου συγκεντρώνουν τα απορρίμματα των πόλεων, τα οποία στη συνέχεια τα συμπιέζουν και τα θάβουν: Ρίχνουν / θάβουν τα φρούτα στις χωματερές, όταν υπάρχει υπερπαραγωγή.

[ουσιαστικοπ. θηλ. του επιθ. *χωματερός < χωματ- (χώμα) -ερός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωματίδα η [xomatíδa] Ο26 : είδος ψαριού που μοιάζει με γλώσσα.

[χωματ- (χώμα) -ίδα (ίσως επειδή ψάχνει την τροφή της χαμηλά στον πάτο)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωματίλα η [xomatíla] Ο25α : 1.η μυρωδιά του νωπού χώματος. 2. για να δηλώσουμε το θάνατο, κυρίως στις ΦΡ κάποιος μυρίζει ~, είναι ετοιμοθάνατος· ΣYN ΦΡ μυρίζει λιβάνι. κτ. μυρίζει ~ και λιβάνι, μας φέρνει στο νου το θάνατο.

[χωματ- (χώμα) -ίλα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωμάτινος -η -ο [xomátinos] Ε5 : που είναι από χώμα ή από πηλό· χωματένιος: ~ δρόμος, χωματόδρομος. Xωμάτινο δάπεδο / φράγμα.

[λόγ. < μσν. χωμάτινος < χωματ- (χώμα) -ινος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωματόδρομος ο [xomatóδromos] Ο20 : δρόμος που δεν τον έχουν στρώσει με πέτρα, με σκύρα ή με άσφαλτο.

[χωματ- (χώμα) -ο- + δρόμος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωματουργικός -ή -ό [xomaturjikós] Ε1 : που έχει σχέση με την εκχωμά τωση: Xωματουργικά έργα, έργα τεχνητής διαμόρφωσης του εδάφους, που περιλαμβάνουν εκσκαφή, μεταφορά, απόθεση και συμπύκνωση του εδάφους. Xωματουργικά μηχανήματα, μηχανήματα με τα οποία γίνονται χωματουργικά έργα, π.χ. εκσκαφείς, προωθητές κτλ.

[λόγ. χωματουργ(ός) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωματουργός ο [xomaturγós] Ο17 : εργάτης που ασχολείται με χωματουργικές εργασίες.

[λόγ. χωματ- (χώμα) + -ουργός]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες