Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ποιος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποιος -α -ο [pxós] αντων. ερωτ. (βλ. Ε2) γεν. εν. και τίνος*, γεν. πληθ. και τίνων, και συνήθ. σε θέση ουσιαστικού ποιανού, ποιανής, ποιανών : χρησιμοποιείται χωρίς άρθρο: 1α. σε θέση ουσιαστικού: ~ με φώναξε; ~ είστε; Ποια θέλει να έρθει μαζί μας; Ρώτησέ την ποιους κάλεσε. || σε επιμερισμό: ~ από όλους μας; ~ από εμάς / από εσάς / από αυτούς; Ποιανού είναι το βιβλίο; β. σε θέση επιθέτου: Ποια ώρα ακριβώς είναι το ραντεβού; Πρέπει να βρεις ποια είναι η κατάλληλη στιγμή να της μιλήσεις. 2. ειδικότερα για περισσότερη έμφαση και ζωντάνια σε ερωτηματική αποφατική πρόταση έχει την έννοια του καθένας, όλοι γενικά και σε ερωτηματική καταφατική πρόταση έχει την έννοια του απολύτως κανείς: Ποια μάνα δεν αγαπά τα παιδιά της;, όλες οι μάνες τα αγαπούν. ~ είναι τόσο ανόητος να κάθεται να τον ανέχεται;, κανείς δεν είναι τόσο ανόητος. ΠAΡ ~ στραβός* δε θέλει το φως του; Πες μου ~ είναι ο φίλος* σου να σου πω ~ είσαι. || και ~ δεν, όλοι, πολλοί, οι περισσότεροι: Kαι ~ δεν ήταν στη συγκέντρωση, ήταν όλοι όσοι θα περίμενε κάποιος. 3. με επιφωνηματική χρήση, στο αρσενικό γένος, σε ερώτηση με την οποία ο ομιλητής θέλει να μάθει το πρόσωπο που χτυπάει την πόρτα: ~ (είναι); || σε εκφοβιστική απειλητική ερώτηση: ~ φωνάζει; || με αναφορά σε παιδιά: Ποιο παιδάκι δεν τρώει το φαΐ του / δεν κάθεται φρόνιμα; || με ουσιαστικό που συνήθ. δηλώνει πρόσωπο ο ομιλητής αναιρεί, βρίσκοντας εντελώς εσφαλμένα, τα όσα σχετικά με αυτό το πρόσωπο προανέφερε ο συνομιλητής του: Σε βοήθησαν οι γονείς σου; - Ποιοι γονείς μου· οι γονείς μου δεν έχουν ιδέα. Θα έρθει ο Kώστας; -~ Kώστας; Έφυγε ταξίδι.

[μσν. ποιος < αρχ. ποῖος με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες