Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: έρανος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έρανος ο [éranos] Ο19 : ενέργεια, συνήθ. οργανωμένη, που έχει ως σκοπό τη συγκέντρωση εισφορών, συνήθ. χρηματικών, από πολλά πρόσωπα με σκοπό κυρίως φιλανθρωπικό ή κοινωφελή: H εκκλησία / το σχολείο του χωριού χτίστηκε με εράνους. Πανελλήνιος αντικαρκινικός ~. Ο ετήσιος ~ του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Γίνεται ~ υπέρ των τυφλών. Άδεια για έρανο. Παράνομος ~. Επιτροπή εράνου, η ερανική επιτροπή.

[λόγ. < ελνστ. ἔρανος `δημόσιες συνεισφορές΄, αρχ. σημ.: `δείπνο όπου ο καθένας συμμετέχει με δική του συμβολή, ομαδικό δάνειο προς όφελος ενός ατόμου΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες