Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: άρα
299 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άρα [ára] σύνδ. : 1.συμπερασματικός· εισάγει λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα προηγούμενα· επομένως, κατά συνέπεια: Tο τρίγωνο είναι ισοσκελές, ~ οι παρά τη βάση γωνίες είναι ίσες. Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί. Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος. ~ ο Σωκράτης είναι θνητός. ΦΡ ράβδος εν γωνία, ~ βρέχει, για ψευδή συλλογισμό, για αστήρικτο και παράλογο συμπέρασμα. || στον καθημερινό λόγο συχνά μαζί με το λοιπόν: ~ λοιπόν είχε δίκιο ο Πέτρος. 2. (λαϊκότρ.) με επανάληψη του ίδιου ρηματικού τύπου, τη δεύτερη φορά αρνητικά, για να δηλωθεί αδιαφορία του ομιλητή για όσα ενδέχεται να συμβούν: ~ έρθει κι ~ δεν έρθει, δε με νοιάζει καθόλου αν έρθει ή όχι, σκασίλα μου.

[1: λόγ. < αρχ. ἄρα· 2: αρχ. pρα `μήπως τυχόν΄, με επανάλ. κατά το είτε… είτε]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρά η [ará] Ο24 : (λόγ.) η κατάρα.

[λόγ. < αρχ. ἀρά]

[Λεξικό Κριαρά]
άρα, σύνδ.
  • 1) Bέβαια, φυσικά:
    • (Eλλην. νόμ. 52730).
  • 2) Όμως, ωστόσο, παρ’ όλα αυτά:
    • (αυτ. 52712).

[αρχ. σύνδ. άρα. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
αρά, επίρρ.,
βλ. αραιά.
[Λεξικό Γεωργακά]
αρά [ará] η, (L)
  • curse, imprecation, malediction (syn ανάθεμα 1, κατάρα):
    • στις προκηρύξεις εκπέμπονται αρές εναντίον των βασιλοφρόνων |
    • η πολεμική και οι αρές των Πατέρων της εκκλησίας για κάθε όρχηση ενίσχυσαν τις δεισιδαιμονίες αυτές (Loukatos) |
    • το μοναστήρι σύψυχο ροβολούσε στ' αλώνι, φωνάζοντας βρισιές και αρές για να μποδίσουνε το κακό (Nikolaidis) |
    • περνά τώρα τις μέρες του με το βάρος της αράς του έθνους (Palaiologos)

[fr kath αρά ← K (also pap), AG ἀρά]

[Λεξικό Γεωργακά]
άρα κατάρα s. άρα, η.
[Λεξικό Γεωργακά]
άρα μάρα [ára mára]
  • ① phr expressing total indifference to consequences or subsequent events or fates of others, who cares?, he couldn't care less, devil take the hindmost:
    • τ' άφησε το πράμα κι ~| κάνει μια δουλειά ~
  • ② pl άρες μάρες (κουκουνάρες) incoherent, vacuous, or nonsensical speech (syn ασυναρτησίες, κουταμάρες):
    • λέει άρες μάρες κουκουνάρες |
    • κάθεται αντάμα μ' ένα άρρωστο κορίτσι και δώσ' του κουβεντολόι, άρες μάρες (Terzakis) |
    • poem .. κι αν κανένας | τραγούδαγε άρες μάρες κι άλλ' αντ' άλλων, |..| εμείς χειροκροτούσαμε κλ (Stavrou Ar)

[cpd of άρα & dial μάρα 'withering'; on the phr s. A. Papadop., Aθηνά 41.25 & IΛ 3.2, s. άρα]

[Λεξικό Γεωργακά]
άρα1 [ára] conj
  • therefore, consequently, so, thus (syn L επομένως, near-syn λοιπόν):
    • σκέπτομαι, ~υπάρχω cognito ergo sum, I think therefore I am |
    • ο γάμος γίνεται μια μέρα καθήκον και ~ παύει να είναι έμπνευση (Athanasiadis-N) |
    • η διαλεκτική του Hegel δεν προσφέρεται σαν μέθοδος, δεν προσφέρει ~ επικουρία για την άμεση δράση (Despotop) |
    • αίρει τις υλικές πρϋποθέσεις της δυστυχίας, ~ και της κακίας (Terzakis) |
    • υπάρχουν μικρόβια, που παράγουν ουσίες χρήσιμες για τη ζωή μας, ~ ευεργετικά (Saratsis)

[fr postmed (Somavera), MG άρα ← K (also pap), AG ἄρα]

[Λεξικό Γεωργακά]
άρα2 [ára] η, in phr ~(και) κατάρα
  • request (which if not fulfilled will be) followed by a curse:
    • folkt ~κατάρα σας αφήνω, αυτό το δαχτυλίδι να το δώσετε στη Mυρσίνα, σαν τρανέψει (Megas) |
    • ~κατάρα στο παιδί του άφησε να με κατατρέξει (Palam) [fr MG άρα fr αρά κατάρα, or better fr αρώμαι καταρώμαι  άρα κατάρα]. S. αρά.
[Λεξικό Γεωργακά]
αραβ- s. also αρραβ-
< Προηγούμενο   [1] 2 3 4 5 ...30   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες