Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ῥητορεία
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρητορεία η [ritoría] Ο25 : 1.(λόγ.) η τέχνη και η ικανότητα του ρήτορα· ρητορική. 2. (ειρ., μειωτ.) τρόπος έκφρασης εντυπωσιακός μόνο στη μορφή, μεγαλόστομος, στομφώδης: Άσε τις ρητορείες. Kούφιες ρητορείες.

[λόγ. < αρχ. ῥητορεία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go