Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ὠμός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ώμος ο [ómos] Ο18 : α. το μέρος του σώματος από τη βάση του λαιμού ως την άνω άρθρωση του βραχίονα: Δεξιός / αριστερός ~. Kρέμασε την τσάντα στον ώμο της. Aκούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Tα πλούσια μαλλιά της σκέπαζαν τους ώμους της. Tι με νοιάζει; είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους του με αδιαφορία. Παίρνω / φορτώνομαι / κουβαλώ κτ. στους ώμους μου. Σηκώνω* τους ώμους μου και ως έκφραση. || Mου βγή κε ο ~, λύθηκε η άνω άρθρωση του βραχίονά μου. || (μτφ.): Οι ώμοι των εργαζομένων δεν αντέχουν άλλους φόρους. (έκφρ.) χτυπούν οι φτέρνες* του στους ώμους. ΦΡ πήρε τα πόδια του στον ώμο, έφυγε τρέχοντας πολύ γρήγορα (συνήθ. για να αποφύγει κτ. κακό, από φόβο ή τρόμο). || (στρατ.) επ΄ ώμου, παράγγελμα για να τοποθετήσει ο οπλίτης το όπλο στον αριστερό του ώμο καθώς και η συγκεκριμένη θέση και ως ΦΡ τα παίρνω (όλα) επ΄ ώμου, φορτώνομαι με πολλές ευθύνες. β. το μέρος ενδύματος που αντιστοιχεί στον ώμο: Σακάκι λερωμένο στον ώμο.

[αρχ. tμος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωμός -ή -ό [omós] Ε1 : 1. (για κρέατα ή λαχανικά που τρώγονται μαγειρευτά, βραστά ή ψητά) που είναι ακόμα σε μια σχεδόν φυσική κατάσταση, που δεν τον έχουν βράσει ή ψήσει καθόλου ή αρκετά· (πρβ. άβραστος, άψητος): Ωμό κρέας / ψάρι. Ωμές πατάτες. Ωμά λαχανικά. ΦΡ (δεν τρώγεται) ούτε* ~ ούτε ψημένος. 2. (μτφ., για πρόσ. ή συμπεριφορά) που τον χαρακτηρίζει μια παντελής έλλειψη συναισθηματικής ή ηθικής καλλιέργειας, ανθρωπιάς, ευαισθησίας, ευγένειας, ηθικής κτλ.: ~ άνθρωπος· (πρβ. αγροίκος, άξεστος, σκληρός, απάνθρωπος, κυνικός). Ωμοί τρόποι· (πρβ. κυνικός). Ωμή απάντηση / άρνηση, χωρίς καμιά προσπάθεια δικαιολόγησης ή μετριασμού της δυσαρέσκειας που μπορεί να προκαλεί. Ωμή αλήθεια. Ωμή γλώσσα / περιγραφή, χωρίς καμιά προσπάθεια εξωραϊσμού, ωραιοποίησης. Ωμή παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που γίνεται χωρίς καμιά έστω και υποκριτική προσπάθεια δικαιολόγησης. ωμά ΕΠIΡΡ στη σημ. 2.

[αρχ. ὠμός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go