Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ὑπέρτερος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υπέρτερος -η -ο [ipérteros] Ε5 : (λόγ.) ανώτερος: Ο στρατός μας αντιμετώπισε τις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού.

[λόγ. < αρχ. ὑπέρτερος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go