Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ὁλόκληρος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
ολόκληρος, επίθ.
  • Ολόκληρος:
    • ολόκληρον εδιεβίβασα μήναν εις τον ξενώνα (Προδρ. III 155).

[αρχ. επίθ. ολόκληρος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ολόκληρος -η -ο [olókliros] Ε5 : 1. (ιδ. για σύνολο) που περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία του, όλα τα τμήματά του· (πρβ. όλος): Ένας ~ χρόνος. Tο άρθρο δημοσιεύτηκε ολόκληρο και χωρίς περικοπές. Έφαγε ένα ολόκληρο αρνί. α. που δεν έχει ελλείψεις· πλήρης: Διαμόρφωσε ένα ολόκληρο φιλοσοφικό σύστημα. β. που δεν είναι χωρισμένος σε τμήματα· ακέραιος: Για το στιφάδο προτιμάμε μικρά κρεμμύδια που τα βάζουμε ολόκληρα. 2. (ως επιτατικό σε ουσ.): α. για να τονίσουμε τη δυσαναλογία ανάμεσα σε δύο έννοιες ή για να δείξουμε υπερβολή: Nα καταδεχτεί αυτός, ~ διοικητής, να παίζει με τους φαντάρους! Έγραψε ολόκληρο βιβλίο για να εκθέσει τις απόψεις του. Στοίχισε μια ολόκληρη περιουσία. β. για να συγκρίνουμε με κτ. άλλο που είναι ή θεωρείται μεγαλύτερο: Πώς ψήλωσε έτσι ο γιος σου; Έγινε ~ άντρας! 3. τονίζει ότι κάποιος ή κτ. έχει μια ιδιότητα στο σύνολό του: Σπίτι φτιαγμένο ολόκληρο από ξύλο. Aφοσιώθηκε ~ στη δουλειά του. Είμαι ~ στη διάθεσή σου. (έκφρ.) εξ ολοκλήρου, εντελώς, πλήρως, ολοκληρωτικά. || (προφ.): Είσαι ο Kώστας; -~, για καταφατική απάντηση.

[αρχ. ὁλόκληρος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go