Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἦθος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ήθος το [íθos] Ο46 : 1α. η ηθικότητα του ατόμου· οι ιδιότητες του χαρακτήρα του που βρίσκονται σε αρμονία με τα διδάγματα της ηθικής: H αγωγή διαμορφώνει το ~. Έχει ανώτερο ~. Διακρίνεται για το επιστημονικό του ~. ~ είναι η απόλυτη έλλειψη ιδιοτέλειας. || ο χαρακτήρας: Tο ~ των τραγικών ηρώων. H μουσική εξημερώνει τα ήθη. || Tο ~ ενός κειμένου, η διανοητικότητα, η πνευματικότητα του κειμένου. β. οι καθιερωμένες ηθικές αντιλήψεις και η αντίστοιχη με αυτές συμπεριφορά στα πλαίσια μιας κοινωνίας ή μιας εποχής: Tα πολιτικά ήθη. Έκλυση ηθών. Προσβολή των ηθών. Xρηστά ήθη. Nέοι καιροί, νέα ήθη. Tμήμα ηθών και λεσχών, αστυνομική υπηρεσία που ασχολείται κυρίως με τον έλεγχο της πορνείας. Γυναίκα ελευθερίων ηθών, πόρνη. || Tο ύφος και το ~ της εξουσίας. 2. (πληθ.) παραδοσιακοί κανόνες κοινωνικής διαβίωσης, που διαμορφώνονται με την ιστορική εξέλιξη: Tα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού λαού. Tα ήθη των αγρίων. || Ήθη των μελισσών, συνήθειες.

[λόγ. < αρχ. qθος]

[Λεξικό Κριαρά]
ήθος το.
  • 1)
    • α) Χαρακτήρας, ήθος:
      • ομοιάζαν και τα ήθη τους και είχαν φιλιά μεγάλη (Λίμπον. 482
    • β) στάση, συμπεριφορά:
      • μην αλλάζεις ήθος (Κορων., Μπούας 36
    • γ) διάθεση:
      • με ήθος δε γλυκύτατον τότε του απεκρίθη (Κορων., Μπούας 42).
  • 2)
    • α) Εξωτερική εμφάνιση, παρουσιαστικό:
      • ολάργυρα χρυσά μαλλιά, νεράιδας ίδιας ήθη (Πανώρ. Α´ 82
    • β) χαρακτηριστικά:
      • Τα ήθη του προσώπου τση (Ροδολ. Γ´ 419
    • γ) έκφραση, όψη:
      • εξύπνησεν με ήθος τρομασμένον (Παλαμήδ., Βοηβ. 1269).
  • 3) Ψυχική δύναμη:
    • πάσα άνδρας και γυνή ήτονε δίχως ήθος (Τζάνε, Κρ. πόλ. 56012).
  • 4) (Στον πληθ.) «καμώματα»:
    • και άλλον το κορμί δανείζει και άλλον κάμνει ήθη πλήθια (Συναξ. γυν. 644).
  • 5) Συνήθεια:
    • ένι ήθος ότι δένδρα χλωρά εντέχουνται να τα πιντώνου εις όλους τους καρπούς (Ασσίζ. 32721).

[αρχ. ουσ. ήθος. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go