Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἡμέρα
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ημέρα η [iméra] & μέρα η [méra] Ο25 : 1α. το χρονικό διάστημα από την ανατολή του ήλιου ως τη δύση του: Xειμωνιάτικη / ανοιξιάτικη μέρα. Mια βροχερή / ηλιόλουστη μέρα. H μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Mη βιάζεσαι, όλη η μέρα είναι δική μας. Tι κουραστική μέρα! Nα έρθεις όσο είναι ακόμα μέρα, προτού σκοτεινιάσει. Mας βρήκε η μέρα, ξημερωθήκαμε. (έκφρ.) κι αύριο* μέρα είναι. κάνω τη νύχτα* μέρα. (ευχή) καλή σου μέ ρα, καλημέρα. ΦΡ βλέπω το φως* της μέρας. κάποιος / κτ. διαφέρει* όσο η μέρα με τη νύχτα. είναι σαν τη νύχτα* με τη μέρα / σαν τη μέρα με τη νύχτα*. ΠAΡ H καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, η καλή ή η κακή έκβα ση φαίνεται από την αρχή. Tης νύχτας* τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά. || H ~ της γυναίκας / του παιδιού, που είναι αφιερωμένη. β. τμήμα της ημέρας που αντιστοιχεί σε καθορισμένες ώρες εργασίας: Έλει ψα τρεις μέρες από το γραφείο. Εργάζεται πέντε μέρες τη βδομάδα. Θα χρειαστώ δυο μέρες για να καθαρίσω. Παίρνει δέκα χιλιάδες δραχμές την ~. Πόσες μέρες άδεια δικαιούσαι; || ~ επισκέψεων / ακροάσεων. 2. η χρονική διάρκεια 24 ωρών, ο χρόνος μιας πλήρους περιστροφής της γης γύρω από τον άξονά της: Ένας χρόνος έχει 365 ημέρες. Έχω μέρες να σε δω. Δέκα μέρες ήμουν νηστικός. Kαταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα ημερών. Tι μέρα έχουμε / τι μέρα είναι σήμερα; - Δευτέρα. Tι μέρα πέφτουν τα Xριστούγεννα; Δε θέλω να τελειώσω τις μέρες μου εδώ, να πεθάνω. Σώθηκαν οι μέρες του, πεθαίνει. Άγιες* μέρες. H ~ της Kρίσεως*. Οι μέρες του είναι λίγες / μετρημένες. Είναι στις μέρες της, για έγκυο, πλησιάζουν οι μέρες που θα γεννήσει. Xρονιάρα* μέρα. Άνθρωπος / θέμα / πρόσωπο της ημέρας, που γίνεται γι΄ αυτόν λόγος, που αποτελεί εφήμερα το κέντρο του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης. Aυγά ημέρας, αυγά πολύ φρέσκα, συνήθ. πτηνοτροφείου με σφραγίδα. Tο πιά το* της ημέρας. (έκφρ.) αποφράδα* ~. μετρώ* τις μέρες. μετράω* μέρες. ΦΡ (δε) βλέπω άσπρη* μέρα. (λόγ.) πλήρης* ημερών. || με ιδιαίτερη επιτόνηση, επιφωνηματικά: Tι μέρα κι η σημερινή! Bρήκες τη μέρα! Mέρα που βρήκες! (λόγ. έκφρ.) την σήμερον* ημέραν. || από μέρα σε μέρα / μέρα με την ~: α. πολύ σύντομα: Tον περιμένουμε από μέρα σε μέρα. β. βαθμιαία, καθημερινά: H κατάστασή του χειροτερεύει μέρα με την ~. || (αστρον.) αληθής ηλιακή* ~. μέση ηλιακή* ~. 3. (πληθ.) εποχή, καιρός: Περάσαμε δύσκολες μέρες. Στις μέρες μας δε γίνονταν τέτοια πράγματα. Θα έρθουν και ευτυχισμένες μέρες. Πέρασα μαύρες μέρες. Mέρες του ΄36. (έκφρ.) έργα* και ημέρες κάποιου. (λόγ.) επί των ημερών κάποιου, την εποχή του: Επί των ημερών του Iουστινιανού έγινε η Στάση του Nίκα, όταν ήταν αυτοκράτορας. 4. η διάρκεια της ημέρας: Δεν μπορώ να κοιμηθώ την ~. || (ως επίρρ.): H καθαρίστρια έρχεται μέρα παρά μέρα. ΦΡ μέρα μεσημέρι*. (έκφρ.) μέρα και νύχτα* / νύχτα* μέρα. μια μέρα, κάποτε: Mια μέρα θα το θυμηθείς. μερούλα η YΠΟKΟΡ.

[αρχ. ἡμέρα· μσν. μέρα < αρχ. ἡμέρα με αποβ. του αρχικού άτ. φων. από συμπροφ. με το άρθρο· μέρ(α) -ούλα]

[Λεξικό Κριαρά]
ήμερα, επίρρ.
  • Ήρεμα, χωρίς ταραχή:
    • Το πρόβατον … ήμερα και ταπεινά εφθέγξατο (Διήγ. παιδ. 421).

[<επίθ. ήμερος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ημέρα η· μέρα· μερέα· γεν. ημερός· ημερού· ημερούς· μερός· μερού· αιτιατ. πληθ. ημερές.
  • 1)
    • α) Ημέρα, το χρονικό διάστημα από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου:
      • (Σπαν. V 141
    • β) (επιρρ.) μέρα και νύκτα, μερός-νυκτός, νύκτα-μέρα = διαρκώς, πάντοτε:
      • (Πανώρ. Β´ 157), (Βίος Δημ. Μοσχ. 580), (Ερωτόκρ. Α´ 43
    • γ) (η αιτιατ. και η γεν. επιρρ.) = κατά τη διάρκεια της ημέρας:
      • τας ημέρας σπουδάζετε, τας νύκτας αγρυπνείτε (Διγ. Gr. 631· Πεντ. Γέν. XXXI 39
    • δ) εκφρ.
      • (1) άνεμος της ημερούς, βλ. άνεμος 1 έκφρ.·
      • (2) εις τη δύναμη της ημερούς ετουτηνής, το δυνάμωμα της ημερούς ετουτηνής, βλ. δύναμις 4γ έκφρ. και δυνάμωμα
    • ε) φρ.
      • (1) βλέπω ημέραν, βλ. βλέπω 2γ·
      • (2) βλέπω την ημέραν, βλ. βλέπω 2α·
      • (3) γελάει η ημέρα, βλ. γελώ 2.
  • 2) Ημέρα, ημερονύκτιο:
    • (Φαλιέρ., Ρίμ. 255).
  • 3) Οι περιστάσεις:
    • εμένα τόν εψήλωσεν ο χρόνος τιμημένον …, εμένα τόν ανέβασεν η μέρα και η τύχη (Ριμ. Βελ. ρ 711).
  • 4) Επιρρ.
    • α) ημέραν = μια μέρα:
      • φαίνεταί σου ουκ έζησες ημέραν εις τον κόσμον (Σπαν. O 145
    • β) μέρες = (για) αρκετές μέρες:
      • Στο σπίτι εβάλθη να σταθεί (ενν. ο Ρωτόκριτος) μέρες, να μην τον δούσι (Ερωτόκρ. Α´ 2005).
  • 5) Εκφρ.
    • α) διά … ημερών = έπειτα από … μέρες:
      • (Διγ. Gr. 60
    • β) εις την ημέρα, μέρα-μέρα = κάθε μέρα:
      • (Πεντ. Αρ. XXVIII 24, Γέν. ΧΧΧΙΧ 10
    • γ) λαμπρά ημέρα, μεγάλη μέρα = γιορτινή μέρα:
      • (Ιστ. Βλαχ. 1649), (Εβρ. ελεγ. 164
    • δ)
      • δ1) μέραν την ημέρα = από μέρα σε μέρα:
        • (Συναδ. φ. 50v
      • δ2) (επιρρ.) μιαν ημέρα = κάποτε:
        • (Αλεξ. 241).
  • 6) Φρ.
    • α) ανοίγει η μέρα, βλ. ανοίγω Β´7β·
    • β) γεμίζουν οι μέρες, βλ. γεμίζω Β´β.
  • 7)
    • α) (Πληθ.) χρόνια, καιρός:
      • επροκόπταν θαυμαστά σε κείνες τες ημέρες (Λίμπον. 104
    • β) έκφρ. εις τες ημέρες = τον κατάλληλο καιρό:
      • (Διήγ. Αλ. V 21
    • γ) (με γεν. προσώπου) τα χρόνια της επικράτειας, της εξουσίας κάπ.:
      • (Διήγ. Βελ. χ 3).
  • 8) (Πληθ., με γεν. προσώπου) τα χρόνια της ζωής κάπ.:
    • να πληθύνουν οι μέρες σας και οι μέρες των παιδιών σας (Πεντ. Δευτ. XI 21).
  • 9) Ζωή:
    • ζω και φαίνομαι … χωρίς πνοής μου και ζωής και της ημέρας δίχα; (Καλλίμ. 1457
    • (ως προσφών. αγαπημένου προσώπου):
      • ήλιε μου, αυγή μου, ημέρα μου (Φλώρ. 468).
  • 10) Ζωή (ή όραση):
    • εκ του φθόνου του πολλού εχάσαν (ενν. οι άνθρωποι) την ημέραν (Διήγ. Βελ. χ 9).
  • 11) Καθορισμένη ημέρα (υπηρεσίας, δίκης, γιορτής, κλπ.):
    • να τα προκρίνει ο αρχιερεύς ή ο κατά την ημέραν κριτής (Ελλην. νόμ. 58422· Ασσίζ. 25721).
  • 12) (Προκ. για δίκη) προθεσμία:
    • Έχει το έτερον μέρος άδειαν να επάρει ημέραν να σηκώσει τους μάρτυρας (Ελλην. νόμ. 52213).
  • 13) (Πληθ.) εργάσιμες μέρες, «καθημερινές»:
    • οι μέρες και οι εορτές δεν είναι όλες ίσια (Δεφ., Λόγ. 318).
  • Ως προσωποπ.:
    • (Ερμον. Ε 6).

[αρχ. ουσ. ημέρα. Η λ. και ο τ. μέρα και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ημεράδα η [imeráδa] Ο25α : (λογοτ.) ημερότητα, η ιδιότητα του ήμερου (στις σημ. 2, 3): Tην ~ που έχουν τα βουνά κι οι θάλασσες της πατρίδας μας δεν τη βρίσκεις πουθενά. Ένιωσε μεγάλη ~ στην ψυχή του.

[ήμερ(ος) -άδα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ημεραλωπία η [imeralopía] Ο25 : (ιατρ.) σύμπτωμα που χαρακτηρίζεται από σημαντική ελάττωση της όρασης, όταν το φως της ημέρας ελαττώνεται. ANT νυκταλωπία.

[λόγ. < γαλλ. héméralopie < νλατ. hemeralopia < αρχ. ἡμεραλωπ- (ἡμεράλωψ) `που πάσχει από ημεραλωπία΄ -ie = -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ημεραργία η [imerarjía] Ο25 : ημέρα αργίας, κατά την οποία ο εργαζόμενος παίρνει επαυξημένο ημερομίσθιο.

[λόγ. ημερ(ο)- + αργία ή ημέρ(α) αργία(ς) (σφαλερή δημιουργία) μτφρδ.(;)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go