Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἔννοια
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Κριαρά]
έννοια η· έγνοια· εννοία.
  • 1) Σκοτούρα:
    • (Πανώρ. Γ´ 603), (Κυπρ. ερωτ. 10832).
  • 2) Νόημα:
    • την κρίσιν αφίημι διά την αμφιβολίαν της διηγήσεως και των ιστορησάντων τας εννοίας (Ψευδο-Σφρ. 2149· Μαχ. 50220).
  • 3) Νόημα· σπουδαιότητα:
    • ο λόγος ούτος ο κοινός γέμει φρικτής εννοίας (Γλυκά, Αναγ. 139· Διήγ. παιδ. 6).
  • 4)
    • α) Μέριμνα, φροντίδα:
      • παραδίδει του όλην την έννοιαν της χώρας του (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 411
    • β) φρ. έχω έγνοια ή έννοια = έχω το νου μου, προσέχω:
      • (Αιτωλ., Μύθ. 11116), (Χρον. σουλτ. 5125).
  • 5) Στενοχώρια, ανησυχία, αγωνία:
    • ουδείς άνθρωπος πέθανε … χωρίς καμμίαν έννοιαν (Περί ξεν. 192).
  • 6) Νοημοσύνη:
    • ο δάσκαλος … λέγει …: «Τούτο το παιδί έχει καλήν έννοιαν …» (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 246r).

[αρχ. ουσ. έννοια. Η λ. και ο τ. έγν‑ (Βλάχ.) και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έννοια 1 η [énia] Ο27 : 1.το σύνολο των κύριων γνωρισμάτων ενός πλήθους ομοειδών αντικειμένων, συγκεκριμένων ή αφηρημένων, καθώς και μόνιμη και ορισμένη παράσταση που σχηματίζεται στο νου μας από αυτά: H ~ του δέντρου. H ~ του τετραγώνου. H ~ του χρόνου. H ~ του ωραίου. H ~ της δικαιοσύνης. Tο πλάτος μιας έννοιας, το πλήθος των ομοειδών πραγμάτων που περιλαμβάνει. Tο βάθος μιας έννοιας, τα ουσιώδη γνωρίσματά της που είναι κοινά για όλα τα ομοειδή πράγματα στα οποία αναφέρεται. 2. ό,τι σημαίνει κτ.: H ~ μιας λέξης / ενός όρου, η σημασία ή το νόημα. Kατανοώ / αντιλαμβάνομαι / παρανοώ την ~ ενός όρου. || H ~ ενός κειμένου, το περιεχόμενο. Παρεξήγησες την ~ των λόγων μου. || ο σκοπός μιας πράξης, μιας ενέργειας: H παραίτησή του έχει την ~ της διαμαρτυρίας. (έκφρ.) κατ΄ αυτή την ~, σύμφωνα με αυτή τη λογική.

[λόγ. < αρχ. ἔννοια]

[Λεξικό Κριαρά]
εννοιάζομαι· γνοιάζομαι· εγνοιάζομαι· νοιάζομαι· ενεργ. γνοιάζω· εγνοιάζω· εννοιάζω· μτχ. νοιάζοντα.
  • I. Ενεργ.
    • 1)
      • α) Φροντίζω, μεριμνώ, ενδιαφέρομαι:
        • Θα στέκει πάντα εγνοιάζοντας για φίλους και δικούς του (Ροδολ. Β´ 30· Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε´ [511]
      • β) σκέπτομαι:
        • νοιάζοντα την δύσκολην μου στράταν λέγω (Κυπρ. ερωτ. 10727).
  • II. Μέσ.
    • 1) Ανησυχώ, στενοχωρούμαι:
      • Ο δούκας ως το ήκουσε, μεγάλως ελυπήθην· πικραίνεται και θλίβεται, εγνοιάζεται μεγάλως (Χρον. Τόκκων 1170· Χρον. σουλτ. 11430).
    • 2) Φροντίζω, μεριμνώ, ενδιαφέρομαι:
      • είς άνθρωπος εννοιάσθην και ποιεί την διαθήκην του (Ασσίζ. 38422).
    • 3) Ανησυχώ:
      • τούτο ουδέν το εννοιάζομαι (Πόλ. Τρωάδ. 844).
    • 4) Μηχανεύομαι, σχεδιάζω:
      • εκείνοι απού τον εμισούσαν εννοιαζούνταν πώς να του ποίσουν κακόν (Βουστρ. 447).
    • 5) Αντιλαμβάνομαι:
      • Ο ρήγας δεν εννοιάστην την παραβουλίαν, αμμέ ως καλός επίστευσέν του (Μαχ. 16233).
    • 6) Νομίζω, φαντάζομαι, υποθέτω:
      • (Κυπρ. ερωτ. 956
      • Μπορά νοιαστείς και τ’ άστρη κατεβήκαν χαμαί στην γην (Κυπρ. ερωτ. 1373).
  • Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = σκεφτικός, ανήσυχος, στενοχωρημένος:
    • ήτον πολλά εννοιασμένος (Διγ. Άνδρ. 35230).

[<ουσ. έννοια + κατάλ. άζομαι. Οι τ. γνοιάζει και γνοιάζομαι και σήμ. ιδιωμ. Οι τ. εγνοιάζω ‑ομαι στο Βλάχ. (λ. εγν‑). Οι τ. νοιάζω και νοιάζομαι και σήμ. Η λ. τον 8. αι.]

[Λεξικό Κριαρά]
εννοιανός, επίθ.· ’γνοιανός· εγνοιανός.
  • 1) Συλλογισμένος, ανήσυχος:
    • Το δαχτυλίδι ωσά στανιό το ’πιασεν η Φροσύνη, μαντατοφόρος εγνοιανός και προξενήτρα εγίνη (Ερωτόκρ. Ε´ 538).
  • 2) Σπουδαίος, σοβαρός:
    • μαντάτα από το βασιλιό πολλά εγνοιανά μου φέρα (αυτ. Δ´ 1318).
  • Το ουδ. του επιθ. ως ουσ. =
    • 1) Συμφορά:
      • (αυτ. Δ´ 2003).
    • 2) Νέο, είδηση:
      • (αυτ. Δ´ 249).

[<ουσ. έννοια + κατάλ. ανός]

[Λεξικό Κριαρά]
έννοιασμα το· έννοιασμαν.
  • Νόημα:
    • ο άνθρωπος πολομά πολλά μεγάλα … εννοιάσματα (Άνθ. χαρ. (κυπρ.) 89).

[<αόρ. του εννοιάζομαι + κατάλ. μα]

[Λεξικό Κριαρά]
εννοιασμένα, επίρρ.· νοιασμένα.
  • Με έγνοια, με ενδιαφέρον:
    • στέκομαι νοιασμένα στα κλάματά του (Κυπρ. ερωτ. 246).

[<μτχ. παρκ. του εννοιάζομαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go