Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἄχθος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άχθος το [áxθos] Ο46 : στην απαρχαιωμένη έκφραση ~ αρούρης, ως χαρακτηρισμός ανθρώπου τεμπέλη και χαραμοφάη.

[λόγ. < αρχ. ἄχθος]

[Λεξικό Γεωργακά]
άχθος [áxθos] το, (L)
  • burden, encumbrance (syn βάρος, φορτίο):
    • ~ αρούρης L phr burden upon the earth, worthless person |
    • με τη μηχανή λυτρώνεται ο άνθρωπος από το ~ της εξουθενωτικής χειρωνακτικής εργασίας (Despotop, adapted) |
    • εύχονται να έλθουν έτσι τα πράγματα, ώστε .. να απαλλαγούν οι ίδοι από το ~ της ελευθερίας των (Tsatsos)

[fr kath άχθος ← MG ← K (also pap), AG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go