Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἄτρακτος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άτρακτος η [átraktos] Ο36 : 1.(λόγ.) το αδράχτι. 2. (μηχανολ.) επιμήκης μεταλλικός άξονας περιστροφής των μηχανημάτων. 3. το κύριο μέρος του αεροσκάφους το οποίο περιλαμβάνει το θάλαμο πλοήγησης και τους χώρους μεταφοράς επιβατών, αποσκευών και εμπορευμάτων. 4. (μαθημ.) το τμήμα της επιφάνειας μιας σφαίρας που ορίζεται από δύο μέγιστα ημικύκλια με κοινή διάμετρο. || (αστρον.) ωριαία ~, καθεμιά από τις είκοσι τέσσερις ζώνες στις οποίες χωρίζεται συμβατικά η επιφάνεια της γης και στην οποία ζώνη ισχύει η ίδια ώρα: Tο Παρίσι και η Ρώμη βρίσκονται στην ίδια ωριαία άτρακτο.

[λόγ. < ελνστ. ἄτρακτος ἡ (αρχ. ἄτρακτος ὁ) (3: σημδ. γαλλ. fuselage συγγ. του fuseau `αδράχτι΄)]

[Λεξικό Γεωργακά]
άτρακτος [átraktos] η, (L)
  • ① (spinning) spindle (syn αδράχτι 1, άδραχτος 1)
  • ② mechanics shaft, axle (syn άξονας1 1b):
    • ~ έλικος (or έλικα) |
    • ~ εκκέντρου camshaft (syn εκκεντροφόρος άξονας) |
    • ~ συμπλέκτου clutch shaft |
    • ~μεταδόσεως κινήσεως driving shaft
  • ⓐ naut ~ άγκυρας anchor shank (syn αδράχτι 2, μάνα)
  • ⓑ winding drum, barrel, reel (syn αδράχτι 3, καρούλι):
    • ~ καλώδιου, συρματόσκοινου
  • ③ fuselage:
    • είδε πάγο να συσσωρεύεται πάνω στην άτρακτο και στις πτέρυγες του αεροπλάνου

[fr kath άτρακτος ← Κ, ΑG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go