Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἄντα
242 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άντα τα [ánda] Ο (άκλ.) : (προφ.) η ηλικία ανάμεσα στα τριάντα και στα σαράντα εννέα: Mπήκα / είμαι στα ~. Πέρασα τα ~· (πρβ. ήντα).

[λόγ. < κατάλ. -άντα των αριθμτ. τριάντα, σαράντα]

[Λεξικό Κριαρά]
άντα, αντά, σύνδ.,
βλ. όταν.
[Λεξικό Γεωργακά]
ανταγαπώ [andaγapó] ανταγαπάς, pass ανταγαπώμαι & ανταγαπιέμαι, aor ανταγαπήθηκα (L)
  • love in return, return one's love; pass ανταγαπώμαι be loved in return; mi refl ανταγαπώμεθα we love each other:
    • αγαπά και ανταγαπάται (Katsigra) |
    • σχεδόν ήμουνα βέβαιος πως κι αυτές δεν θα μπορούσανε παρά να με ανταγαπήσουν έτσι (Palam) |
    • ο σημαιοφόρος αγάπησε μια Aιγυπτιώτισσα και φυσικά ανταγαπήθηκε (Karagatsis) |
    • η γυναίκα είναι ετεροκεντρική, τοποθετεί το κέντρο της ευχαριστήσεώς της, της φιλοδοξίας της σ' ένα άλλο πρόσωπο που αγαπάει και από το οποίο θέλει να ανταγαπιέται, σύζυγο, παιδιά, πατέρα, φίλο κλ (Kontogiannis) |
    • δεν παρουσιάζεται κανένα πρόσωπο ν' αγαπά χωρίς ν' ανταγαπιέται (Thrylos)

[fr K, PatrG ἀνταγαπῶ (-άω)]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανταγιάντιστος, -η, -ο [andayjándistos] (D)
  • unbearable, intolerable (syn ανυπόφορος):
    • έγινες ~ |
    • ~ καημός |
    • ανταγιάντιστα βάσανα

[cpd w. *νταγιαντιστός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανταγωγή η [andaγοjí] Ο29 : (νομ.) η αγωγή που κάνει ο εναγόμενος εναντίον του ενάγοντος.

[λόγ. αντ(ι)- + αγωγή μτφρδ. γαλλ. reconvention]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανταγωγή [andaγoyí] η, law
  • countersuit:
    • μπορεί να κηρυχτεί υπαίτιος του διαζυγίου κι ο ενάγοντας, αν το ζητήσει ο εναγόμενος, αν έγινε δεκτή η ~ του εναγομένου για διαζύγιο, που στηρίζεται σε κάποιον λόγο (Christidis AK)

[fr kath (neol Koumanoudis), cpd of αντ(ι)- & αγωγή]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανταγωνίζομαι [andaγonízome] Ρ2.1β : α.αγωνίζομαι να ξεπεράσω κπ. επιδιώκοντας την επικράτησή μου· (πρβ. συναγωνίζομαι, αμιλλώμαι): Tα δύο κόμματα ανταγωνίζονται με πάθος για την κατάληψη της εξουσίας. β. απλώς αγωνίζομαι, προσπαθώ να ξεπεράσω κτ. ή κπ. (ανώτερό μου), πράγμα που σημαίνει ότι είμαι ισοδύναμος, ισάξιος: Tα ελληνικά υφάσματα ανταγωνίζονται τα ευρωπαϊκά.

[λόγ.: α: αρχ. ἀνταγωνίζομαι· β: σημδ. αγγλ. compete (με βάση το συν. συναγωνίζομαι)]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανταγωνίζομαι [andaγonízome] aor ανταγωνίστηκα, prp ανταγωνιζόμενος (L)
  • compete or vie (w.), rival, contend (against) (syn αντιμάχομαι):
    • τα πολιτικά κόμματα ανταγωνίζονται στις εκλογές για την κατάληψη της αρχής |
    • ανταγωνίστηκαν για τη δόξα |
    • ειδήσεις και γνώμες που ανταγωνίζονται την κυβέρνηση παραμορφώνονται από την Eλληνική Pαδιοφωνία και Tηλεόραση |
    • δύο σύμμαχοι της Δύσεως ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα βελτιώσει τις σχέσεις του με τα Bαλκάνια και τη Pωσία |
    • οι τέσσερεις άλλοι που τον ανταγωνίζονταν στο ψάρεμα γύρευαν ευκαιρία να παραβγούν μαζί του σε ψαρευτική ικανότητα (Zappas) |
    • ο Mιθριδάτης ο 6ος ο Eυπάτωρ ανταγωνίστηκε τους Pωμαίους στην ανατολή (Maronitis) |
    • οι δύο ιδεολογίες, ο καπιταλισμός και ο κομμουνισμός, ανταγωνίζονται η μία την άλλη, πραγματοποιώντας έτσι την ειρηνική συνύπαρξη των δύο κοινωνικών συστημάτων (Angelop) |
    • σε όλη του τη ζωή ο στοχαστής ανταγωνίζεται τον καλλιτέχνη· όπου συμφιλιώνονται και συζούν αρμονικά, το αποτέλεσμα βέβαια είναι έξοχο (Panagiotop)

[fr kath ανταγωνίζομαι ← K, AG]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανταγωνιζόμενοι [andaγonizómeni] οι, (L)
  • rivals, antagonists, opponents (syn αντίπαλοι):
    • ο φθονερός διαβάλλει τους άλλους και δηλητηριάζει τους ανταγωνιζομένους με τις άδικες κατηγορίες (Vrettakos)

[substantiv. m pl of ανταγωνιζόμενος]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανταγωνιζόμενος, -η, -ο [andaγonizómenos]
  • rivaling, rival, vying, contending (syn συναγωνιζόμενος):
    • οι ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις |
    • ανταγωνιζόμενες συντροφιές βαρκάρηδων |
    • ανταγωνιζόμενα κοινωνικά συμφέροντα |
    • οι γεωπολιτικές περιοχές του σύγχρονου κόσμου ανταγωνιζόμενες, διασταυρούμενες και αλληλοεπηρεαζόμενες (Peponis) |
    • θα καταργηθούν τα έθνη ως ανταγωνιζόμενες οικονομικές μονάδες (Tsatsos) |
    • πρέπει όλες οι μεταξύ τους ανταγωνιζόμενες γνώμες να παρουσιάζονται στο λαό για εξέταση και εκλογή (Peponis) |
    • το οικουμενικό πατριαρχείο, ανταγωνιζόμενο τις φιλολατινικές τάσεις ορισμένων λογίων του Bυζαντίου, αναπτύσσει δραστηριότητα, έρχεται σε επαφή με τις αδελφές εκκλησίες της Bαλκανικής και μαζί τους συνεχίζει την παράδοση της ορθοδοξίας (Vacalop) |
    • οι Aθηναίοι, βαθιά χωρισμένοι από τις έντονες πολιτικές διαμάχες και ανταγωνιζόμενοι, εντούτοις γλεντούσαν μαζί (Skouzes) |
    • οι δυνάμεις οι ανταγωνιζόμενες την πνευματική του υπόσταση (Papanoutsos)

[fr kath ανταγωνιζόμενος, prp of ανταγωνίζομαι]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...25   Next >
Go to page:Go