Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἀνάλογος
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
ανάλογος, επίθ.
  • 1) Που αναλογεί, ταιριάζει, συμφωνεί με κ.:
    • (Λίβ. P 408
    • έκφρ. κατά το ανάλογον = όπως πρέπει, όπως ταιριάζει:
      • (Δούκ. 4058).
  • 2) Που έχει κανονικές αναλογίες, συμμετρικός:
    • το όλον του προσώπου της ανάλογον να κείται (Λίβ. Sc. 1297).
  • Tο ουδ. ως ουσ. = μερίδιο που αναλογεί σε κάπ.:
    • να μη δώσουν το ανάλογόν τους (Συναδ. φ. 41v).

[αρχ. επίθ. ανάλογος. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανάλογος -η -ο [análoγos] Ε5 : 1α.που βρίσκεται σε αναλογίαI1 με κτ. άλλο: Tο ύψος του ισοσκελούς τριγώνου είναι ανάλογο προς τη βάση του. Οι δαπάνες του δεν είναι ανάλογες με τα έσοδά του. ANT δυσανάλογος. H απόδοσή του είναι ανάλογη με τη μελέτη του / με τις δυνατότητές του. || (μαθημ.): Ποσά ανάλογα, στα οποία όταν αυξάνεται ή μειώνεται το ένα, αυξάνεται ή μειώνεται αντίστοιχα και το άλλο. β. που ταιριάζει σε κτ., που είναι σύμφωνο με κτ.: Σε μια επίσημη εκδήλωση χρειάζεται και το ανάλογο ντύσιμο. Ένας διευθυντής πρέπει να διαθέτει τα ανάλογα προσόντα, σχετικά. 2. που έχει κάποια αναλογία με κτ. ή με κπ. άλλο, που παρουσιάζει κάποια ομοιότητα με κτ. ή με κπ.· σχετικός: Tι θα κάνεις αν βρεθείς σε μια ανάλογη με τη δική μου κατάσταση; Δε βρήκα τη δουλειά που θα ήθελα, αλλά κάτι ανάλογο / κάποια ανάλογη. || (γραμμ.) σχήμα εξ αναλόγου, όταν μία ή περισσότερες λέξεις ή μία πρόταση ολόκληρη που παραλείπεται, εννοείται από τα προηγούμενα, όχι όπως είναι εκεί αλλά κάπως αλλαγμένη, π.χ. «δεν έφυγα, όπως είχα σκοπό» (εννοείται, να φύγω). 3. (ως ουσ.) το ανάλογο: α. μερίδιο σε διανομή ή σε συλλογική δραστηριότητα: Πήρε το ανάλογό του από τα κέρδη της επιχείρησης. β. παρόμοιο, αντίστοιχο: Γεγονός πρωτοφανές, που δεν έχει το ανάλογό του. ανάλογα & (λόγ.) αναλόγως ΕΠIΡΡ: Οι ιδιοκτήτες πληρώνουν φόρο ~ με το εμβαδόν του ακινήτου. Nτύθηκε ~ με την περίσταση. Mε πίκρανε και θα του φερθώ ~. Aναλόγως, καλά πήγα στις εξετάσεις.

[λόγ. < αρχ. ἀνάλογος & σημδ. γαλλ. analogue < αρχ. ἀνάλογος & σημδ. γαλλ. portion, proportionnel· λόγ. < αρχ. ἀναλόγως]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανάλογος, -η, -ο [análoγos]
  • proportionate, proportional, analogous (syn σύμμετρος, ant δυσανάλογος):
    • ανταμοιβή ανάλογη με τη δουλειά |
    • ανάλογη αύξηση των ποσοστών |
    • οι απαιτήσεις του σχολείου πρέπει να είναι ανάλογες με τη δυναμικότητα του κάθε παιδιού |
    • χρειάζεται να ενισχυθούν οι ελληνικές δυνάμεις των βουλγαρικών συνόρων με εννιά αγγλικές μεραρχίες, μαζί με την ανάλογη αεροπορία (Terzakis) |
    • λόγια φανταχτερά που δεν παρακολουθούνται από ανάλογους ψυχικούς σεισμούς (Tsatsos)
  • ⓐ equal (to), commensurate (with), equivalent (to) (near-syn αντάξιος, ισάξιος, ισοδύναμος):
    • έχει μεγάλες ικανότητες και ανάλογα ελαττώματα |
    • η επιτυχία του δεν ήταν ανάλογη με τις προσπάθειές του his success was not commensurate w. his efforts |
    • σ' όλη τη χώρα έγιναν ανάλογες εκδηλώσεις |
    • η έκπληξή μας ήταν ανάλογη με τη δική του |
    • η κεραμική εξελίσσεται στις Kυκλάδες και στην Kρήτη κατά ανάλογο τρόπο (NPlaton) |
    • κάθε ιδέα .. είναι ανάγκη να εκφραστεί με ανάλογα υλικά μέσα για να γίνει μεταβιβάσιμη (KPolitis)
  • ⓑ math proportional:
    • ανάλογα ποσά proportional quantities |
    • ανάλογα μέρη proportional parts
  • ⓒ statist phr ανάλογα δείγματα quota samples
  • ⓓ semiology:
    • phr ανάλογo σημείο analogous sign (syn φυσικό σημείο, αιτιώδες σημείο, συνεχές σημείο)

[fr PM (Somavera), MG ← K (pap), PatrG ἀνάλογος ← AG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go