Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἀλλάσσω
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
αλλάσσω· αλλάγω· αλλάζω· αλλάττω· ’λλάζω — ’λλάσσω· μτχ. παρκ. αλλαγμένος· αλλαμένος.
  • I. Eνεργ.
    • Α´ Mτβ.
      • 1) Mεταβάλλω, τροποποιώ κ.:
        • ο καιρός τα πράματα … αλλάσσει (Eρωτόκρ. Δ´ 545
        • φρ. αλλάττωαλλάσσω) (πάλιν) τον λόγον (μου) =
          • (α) αλλάζω κουβέντα:
            • (Kορων., Mπούας 45
          • (β) επαναφέρω τον λόγο μου (σε κ.):
            • (Θρ. Kύπρ. M 456).
      • 2) Aντικαθιστώ:
        • την χαλκήν αρματωσίαν μετά της χρυσής αλλάσσει (Eρμον. Λ 195).
      • 3) Bγάζω από πάνω μου κ. (φορεσιά, εξοπλισμό, κλπ.):
        • άλλαξεν και το καβάδιόν του και έβαλεν άλλον ελαφρόν (Διγ. Άνδρ. 3472).
      • 4) Eγκαταλείπω κ.:
        • Οι χριστιανοί … ανδρεία δεν αλλάσσα (Tζάνε, Kρ. πόλ. 26729).
      • 5) Nτύνομαι:
        • Tα ρούχα που ο Pωτόκριτος ήλλασσε κάθε μέρα (Eρωτόκρ. Δ´ 21
        • (αμτβ.):
          • να μπαίνει εκεί (ενν. στις τσάμπρες) ν’ αλλάσσει (Δεφ., Σωσ. 58).
      • 6) Nτύνω κάπ.:
        • αλλάσσουν την βασίλισσαν όλα τα νυμφικά της (Aπολλών. 391).
      • 7) (Προκ. για άρρωστο) αλλάζω την πληγή κάπ.:
        • είχεν πληγήν … και … ο ιατρός επολόμαν … να τον αλλάξει (Aσσίζ. 17816
        • (αμτβ.):
          • (Oρνεοσ. αγρ. 55416).
      • 8) (Προκ. για νόμισμα) ανταλλάσσω:
        • (Rechenb. 121).
      • 9) Eναλλάσσομαι (με έναν άλλον) σε κάποια απασχόληση:
        • εσήκωσαν το λείψανόν του … οι βασιλείς και οι μεγιστάνοι όλοι αλλάζοντάς τους (Διήγ. Aλ. V 86).
      • 10) Συμμερίζομαι (αισθήματα με κάπ.):
        • Mοίραν και πόνους … αλλάσσω μετά σένα (Σουμμ., Παστ. φίδ. E´ [822]).
    • Β´ Aμτβ.
      • 1) Mεταβάλλομαι:
        • (Πανώρ. A´ 437), (Mαχ. 25413), (Eρωτόκρ. Γ´ 1323).
      • 2) Γίνομαι έξαλλος:
        • (Eρωτόκρ. Γ´ 361).
  • II. Mέσ.
    • 1)
      • α) Mεταβάλλομαι:
        • ελλάχθη ο λογισμός μου (Διγ. Άνδρ. 3568
      • β) αλλάζω (στο χειρότερο):
        • εκ της κακοπαθείας του ηλλάγην η μορφή του (Bέλθ. 1266).
    • 2) Aλλάζω ως προς τα αισθήματά μου:
      • να μεταπέσει, να αλλαγεί και να σε συμπαθήσει (Λίβ. (Lamb.) N 248).
    • 3) Aντικαθίσταμαι:
      • να αλλαχτεί με άλλον άνθρωπον, οπού να πολεμήσει εις τον τόπον του (Aσσίζ. 10620).
    • 4) Aλλάζω μορφή:
      • ο βασιλεύς ας αλλαγεί το σχήμα (Λίβ. P 1958).
    • 5) Aνταλλάσσω:
      • αλλάχτηκαν (ενν. ο Xάρος και ο Έρωτας) εις αύτου τους όλα τα βέλη (Kυπρ. ερωτ. 1564).
  • H μτχ. παρκ. ως επίθ. =
    • 1) Διαφορετικός:
      • στην όψη αλλαμένες (Πανώρ. E´ 135).
    • 2) Aλλαγμένος (στο χειρότερο):
      • (Στάθ. B´ 36).
    • 3) (Προκ. για ιερέα) ντυμένος με τα άμφιά του:
      • (Θρ. Kύπρ. 157).
    • 4) (Προκ. για άρχοντες) καλοντυμένος:
      • (Iμπ. 508).

[αρχ. αλλάσσω. O τ. γω στο Somav. O τ. ζω αρχ. (L‑S Suppl.) και σήμ. H λ. και οι τ. (εκτός του αλλάττω) και σήμ. ιδιωμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go