Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: όσιος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
όσιος, επίθ.
  • 1) Ενάρετος· σεβαστός:
    • (Ριμ. Βελ. ρ 12).
  • 2) Αφοσιωμένος στο Θεό, ευσεβής, άγιος:
    • (Καναν. 467), (Διήγ. ωραιότ. 79).
  • 3) (Στον υπερθ.) ως τιμητικός τίτλος μοναχού ή μοναχής:
    • η οσιοτάτη μοναχή κερά Μακαρία (Διαθ. Ηγουμ. Μακαρίας 1642).
  • Το αρσ. και το θηλ. ως ουσ. = ο ασκητής που έζησε κατά Χριστό και που καθαγιάστηκε από την Εκκλησία:
    • ω παρθένε δέσποινα, …, οσίων αγαλλίαμα και ασκητών λαμπρότης (Εις Θεοτ. 9· Αρσ., Κόπ. διατρ. [1047]).

[αρχ. επίθ. όσιος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όσιος -α -ο [ósios] Ε6 θηλ. και οσία : 1. ως επιτατικό στις ΦΡ τα ιερά και τα όσια, ό,τι πιο ιερό έχει κάποιος. δεν έχει ούτε ιερό* ούτε όσιο. 2. (και ως ουσ.) ο όσιος, θηλ. οσία, χαρακτηρισμός χριστιανού μοναχού ή ασκη τή για τον οποίο αναγνωρίστηκε επίσημα από την εκκλησία ότι έζησε απόλυτα σύμφωνα με τους κανόνες της θρησκείας: Όσιοι, μάρτυρες και ομολογητές. Ο ~ Xριστόδουλος, ιδρυτής του μοναστηριού στην Πάτμο. ΦΡ η οσία Mαρία, για άνθρωπο που παριστάνει τον αθώο ενώ δεν είναι: Kάνει / παριστάνει την οσία (Mαρία). Ήρθε να μου μιλήσει σαν την οσία Mαρία. είναι / έγινε σαν ~, έχει πολύ αδυνατισμένο πρόσωπο.

[λόγ. < ελνστ. ὅσιος, αρχ. σημ.: `σύμφωνος με το νόμο του θεού ή της φύσης, ευσεβής΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go