Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: όπως
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όπως [ópos] επίρρ. : εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις. I1. αναφορικές· δηλώνει: α. συμφωνία· σύμφωνα με: ~ μας βεβαιώνουν οι ανταποκριτές μας, δεν έχουν λήξει ακόμη οι συνομιλίες. || συχνά παρενθετικά: Οι υπόλοιποι, ~ τουλάχιστον θυμάμαι, δεν εξέφρασαν διαφωνία. ~ θέλεις, δεν επιμένω, ας γίνει αυτό που επιθυμείς. β. τρόπο: Nα το φτιάξεις, ~ σου είπα, με τον τρόπο που σου είπα. Tακτοποίησέ τα, ~ νομίζεις. Άρχισαν να μιλούν ~ πρώτα / ~ τον παλιό καλό καιρό / ~ παλιά, με τον ίδιο τρόπο που γινόταν πρώτα κτλ. Θα δεχτώ μόνο ~ σου είπα, με τους όρους που είπα. Bολέψου ~ μπορείς, με όποιον τρόπο και όσο καλύτερα μπορείς. || συχνά προηγείται το επίρρημα έτσι: Έτσι ~ φέρεσαι, θα καταντήσεις να μην έχεις φίλους. ΦΡ ~ ~, πρόχειρα: Διόρθωσαν ~ ~ τις ζημιές. Nτύθη κε ~ ~ κι έτρεξε να τους προϋπαντήσει. Aς περάσουμε σήμερα ~ ~ κι αύριο βλέπουμε. ~ σε βλέπω* και με βλέπεις. ΠAΡ ~ στρώσεις*, θα κοιμηθείς. || δήλωση τρόπου και τόπου: Δεξιά, ~ μπαίνεις, είναι το γραφείο του, μπαίνοντας, καθώς μπαίνεις. γ. κατάσταση: Aς αφήσουμε τα πράγματα ~ έχουν, στην κατάσταση που είναι. ΦΡ ~ είμαι, χωρίς προηγουμέ νως να ετοιμαστώ, να ντυθώ ανάλογα: Έλα ~ είσαι. δ. απαρίθμηση: Στην εργασία του εξετάζονται μεγέθη ~: ετήσιο εισόδημα, ώρες απασχόλησης, αριθμός εργατών κτλ. ε. μετά το διαζευκτικό ή εισάγει την παραχώρηση του ομιλητή να διατυπωθεί από τον ίδιο ή από κπ. άλλο ένας επιπλέον και διαφορετικός όρος αλλά ισοδύναμος προς τους προηγούμενους όρους: Φιλία, συμπάθεια, αγάπη ή ~ αλλιώς μπορεί να το ονομάσει κανείς. 2. αναφορικές, παραβολικές ή παρομοιαστικές: Xωρίς τα βιβλία του δεν πάει πουθενά, ~ δεν πάει χωρίς όπλο στον πόλεμο ο στρατιώτης. || εισάγει το α' σκέλος μιας κλασικής παρομοίωσης: ~ όταν… έτσι και… || (σε ελλειπτικό λόγο) προσθέτει έναν επιπλέον αλλά ισοδύναμο προς τους προηγούμενους όρο· καθώς: Tον ευχαρίστησε προσωπικά ~ επίσης και όλους όσοι τον βοήθησαν. 3. αναφορικές εναντιωματικές, παραχωρη τικές: ~ κι αν / ~ και να: ~ και αν έχουν τα πράγματα, θα μας υποστηρί ξουν, ανεξάρτητα από την κατάσταση που επικρατεί. ~ και να ΄ναι είναι ένας ξένος. II. χρονικές· καθώς. 1. προσδιορίζει πράξη που διαρκεί, συμβαίνει συγχρόνως με την πράξη της κύριας, προσδιοριζόμενης πρότασης: Xθες, ~ πήγαινα στη δουλειά, σκεφτόμουν τι δώρο να τους πάρω. 2. δηλώνει πράξη η οποία ενώ βρισκόταν εν εξελίξει στο παρελθόν, διακόπηκε από την πράξη της κύριας, προσδιοριζόμενης πρότασης· ενώ, την ώρα που: ~ ανέβαινε τη σκάλα, της ήρθε μια ζάλη.

[αρχ. ὅπως (στη σημ. Ι)]

[Λεξικό Κριαρά]
όπως, επίρρ. και σύνδ.· οπώς.
  • Ά (Επίρρ.) (σε πλάγια ερωτ. πρόταση) με ποιο τρόπο, πώς:
    • (Έκθ. χρον. 4012, 7315).
  • Β́ Σύνδ.
    • 1)
      • α) (Σε τελικές προτάσεις) για να, με σκοπό να:
        • (Έκθ. χρον. 1918, 2910), (Προδρ. IV 562
      • β) (με επόμ. το μόρ. να· βλ. και να (I) IIIΒ́1β):
        • να μπουν εις την Λευχάδα, όπως να την κουρσεύσουσιν (Χρον. Τόκκων 59
        • (με επόμ. το άρθρο σε θέση παλαιού απαρεμφ. και το μόρ. να· πβ. και να (I) IIIΒ́2):
          • τους αποκλείσαν όπως του να κληρώσουσιν τον βασιλέα της Πόλης (Χρον. Μορ. P 927
      • γ) (με επόμ. το διά να ή για να πλεοναστικά· βλ. και διά 2δ):
        • δότε με μήναν τέρμενο όπως διά να μείνω (Χρον. Μορ. P 72· Κορων., Μπούας 102
      • δ) (με προηγ. το σύνδ. ίνα πλεοναστικά):
        • διά τούτο εβράδυνα …, ίν’ όπως μη ονειδισθώ (Διγ. Z 3746).
    • 2)
      • α) (Σε αποτελεσματικές προτάσεις) έτσι ώστε:
        • (Έκθ. χρον. 5712), (Αχιλλ. N (Smith) 833
      • β) (με επόμ. το μόρ. να):
        • ας τρέξει το δάκρυον … όπως να πάψει η φώτη (Κυπρ. ερωτ. 15211· 15611).
    • 3) (Σε ειδικές προτάσεις) ότι, πως:
      • (Λίβ. P 2069), (Έκθ. χρον. 3418).
    • 4)
      • α) (Σε βουλητικές προτάσεις) να:
        • (Έκθ. χρον. 2725, 297
      • β) (με επόμ. το μόρ. να):
        • αναμείναν όπως να έλθει ο λαός (Χρον. Μορ. P 3632).
    • 5) (Σε αιτ. προτάσεις) επειδή, καθώς:
      • (Έκθ. χρον. 592
      • Απορήσας (ενν. ο γέρων) τοίνυν ούτως, και όπως ζήσειν ουκ είχεν, … τον υιόν του επαίρνει μόνον, … τον επαίρνει και παγαίνει (Πτωχολ. α 65).

[αρχ. επίρρ. και σύνδ. όπως. Ο τ. ήδη αρχ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπωσδήποτε [opozδípote] επίρρ. : σε κάθε περίπτωση: Θα περάσω ~ από το σπίτι σας για να σας δω. || με χρονικό επίρρημα, δηλώνει με ακόμη μεγαλύτερη βεβαιότητα το χρόνο τέλεσης μιας πράξης: Θα φύγουμε ~ αύριο. || συχνά για να τονίσει την επιτακτική ανάγκη: Πρέπει να τον εξετάσει ~ και ένας ειδικός γιατρός.

[λόγ. < αρχ. φρ. ὅπως δήποτε]

[Λεξικό Κριαρά]
οπωσδήποτε, επίρρ.
  • 1) Με κάθε τρόπο:
    • τους Αλβανίτας εδούλωσαν οπωσδήποτε κακώσαντες (Σφρ., Χρον. 1464· 16217).
  • 2) Έτσι κι αλλιώς, όπως και να 'χει, οπωσδήποτε:
    • ηλευθερώθησαν της δουλείας οπωσδήποτε (Σφρ., Χρον. 1629).
  • 3) Με κανένα τρόπο:
    • Μη φυγείν κύνα οπωσδήποτε (Κυνοσ. 5981).

[αρχ. έκφρ. όπως δήποτε. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go