Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: όντα
8 items total [1 - 8]
[Λεξικό Κριαρά]
όντα(ν), οντά(ν), σύνδ.,
βλ. όταν.
[Λεξικό Κριαρά]
όντα(ς), μτχ.,
βλ. είμαι.
[Λεξικό Κριαρά]
οντάμπασης ο· οτάμπασης.
  • Ο διοικητής μονάδας γενιτσάρων:
    • Ταύτα … είπον οι γιανίτσαροι, … διδαγμένοι … από τους πρώτους τους ονταμπασήδες τως (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 330· Συναδ. φ. 30v (χφ. οταπασήδες))

[<τουρκ. odabaşι. Η λ. στο Somav., όπου και τ. ντάμπασης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οντάς ο [ondás] Ο1 : (λαϊκότρ.) δωμάτιο, ιδίως το επίσημο.

[μσν. οντάς < τουρκ. oda ]

[Λεξικό Κριαρά]
όντας, σύνδ.,
βλ. όταν.
[Λεξικό Κριαρά]
οντάς ο· νοτάς· ονδάς.
  • 1) Δωμάτιο, θάλαμος, αίθουσα:
    • έκτισεν ένα μεγάλον χάνι … με πολλούς οντάδες (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 391· Ιστ. δεσποτών Ηπείρ. 1020).
  • 2) Στρατώνας:
    • έδραμε … ο σουλτάν Κουρκούτης … και ευρέθη … εν τοις των γενιτσάρων οντάσι (Έκθ. χρον. 5310).

[<τουρκ. oda. Ο τ. νοτάς και σήμ. κυπρ. Τ. ντας στο Somav. (στη λ.). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. Η λ. στο Du Cange (λ. οντάδες) και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όντας 1 [óndas] μτχ. του είμαι : (προφ.) συνήθ.: α. χρονική: Πήγε στο στρα τό ~ είκοσι χρονών, όταν ήταν. β. εναντιωματική: Δουλεύει ~ άρρωστος, αν και είναι. γ. αιτιολογική: ~ πολύ ψηλός φαίνεται μέσα στο πλήθος, επειδή είναι.

[μσν. όντας < αρχ. ὄντας, αιτ. πληθ. της μεε. ὤν του ρ. εἰμί > είμαι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όντας 2 [óndas] σύνδ. χρον. : (λογοτ., λαϊκότρ.) όταν.

[μσν. όντας < όντας 1]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go