Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: όγδοος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
όγδοος, επίθ.
  • 1) Όγδοος:
    • (Rechenb. 239).
  • 2) Που αντιστοιχεί στο ένα όγδοο κάπ. ποσού:
    • ο δέ εβδόμην, ο δέ ογδόην … μοίραν λαβείν (Rechenb. 233).
  • Το θηλ. ως ουσ. = είδος ποιητικής σύνθεσης που αποτελείται από οκτώ στίχους, οκτάβα:
    • (Μπερτολδίνος 137).
  • Το ουδ. ως ουσ. = το ένα όγδοο:
    • γη μοδίου ενός και πινακίου το ć ́, ήτοι το όγδοον του μοδίου (Metrol. 578‑9).

[αρχ. επίθ. όγδοος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όγδοος -η -ο [óγδoos] Ε5 λόγ. θηλ. και ογδόη αριθμτ. τακτ. : I1. που έχει σε μια σειρά από όμοια πρόσωπα ή πράγματα τη θέση που ορίζει ο αριθμός οχτώ: Kάθισε στην άκρη της όγδοης σειράς. Mένω στον όγδοο όρο φο. H όγδοη έκδοση. Tο όγδοο κεφάλαιο ενός βιβλίου. Ο Kάρολος ο ~ (H'). (έκφρ.) το όγδοο θαύμα, για κτ. τόσο σπουδαίο, ώστε να μπορεί να προστεθεί στα εφτά γνωστά θαύματα του αρχαίου κόσμου. 2. για κπ. ή για κτ. που έρχεται αμέσως μετά τον έβδομο (ως προς τη σειρά, την ιεραρχία, την αξία ή την τιμή): Πήρε / κέρδισε την όγδοη θέση. II. (ως ουσ.): Aπό όλους τους υποψηφίους ο ~ στη σειρά πέτυχε τα καλύτερα αποτελέσματα. 1. ο όγδοος: α. ο όγδοος όροφος ενός σπιτιού: Mένει στον όγδοο. β. ο μήνας Aύγουστος, κατά την ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμητικά ψηφία: 1-8-1900, πρώτη ογδόου. 2. η ογδόη: α. η όγδοη μέρα: Tην εικοστή ογδόη του μηνός. β. (μουσ.) διάστημα μεταξύ οχτώ φθόγγων, η οκτάβα. γ. (μαθημ.) η όγδοη δύναμη: Yψώνω έναν αριθ μό στην ογδόη. 3. το όγδοο: α. το ένα από τα οχτώ ίσα μέρη ενός συνόλου: Mου ανήκει το (ένα) όγδοο του οικοπέδου. β. το όγδοο πάτωμα ενός σπιτιού: Mένει στο όγδοο.

[λόγ. < αρχ. ὄγδοος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go