Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ψώρα
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ψώρα η [psóra] Ο25α : 1α.παρασιτική μεταδοτική δερματοπάθεια του ανθρώπου: H μετάδοση της ψώρας αλλά και η πλήρης θεραπεία της είναι εύκολες. ΦΡ ~ έχω;, ερώτηση που απευθύνουμε σε κπ. για να τον ψέξου με που με τη στάση του δείχνει ανεξήγητη απέχθεια, αποστροφή: Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας; ~ έχουμε; ΠAΡ Nα ΄ταν η ζήλια ~ / η ζήλια αν ήταν ~, θα γέμιζε / κόλλαγε όλη η χώρα, για να τονίσουμε την υπερβολική ζήλια και για να δηλώσουμε ότι η ζήλια είναι πολύ εύκολο να αναπτυχθεί στον άνθρωπο. β. παρασιτική μεταδοτική δερματοπάθεια των ζώων. γ. (προφ.) η ψωρίαση των φυτών. 2. (μτφ.) για ενασχόληση, συνήθεια κτλ. από την οποία δύσκολα απαλλάσσεται κανείς και που συνήθ. είναι ευτελής, κατά την άποψη του ομιλητή: Έχει την ~ του ποδοσφαίρου. Έχει ~ με τα αθλητικά. Mου κόλλησε κι εμένα την ~ του με τα χαρτιά. 3. (προφ.) ως μειωτικός χαρακτηρισμός ανθρώπου βρόμικου, από ηθική κυρίως άποψη: Mην ξανακάνεις παρέα μ΄ αυτή την ~.

[αρχ. ψώρα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ψωραλέος -α -ο [psoraléos] Ε4 : α.που πάσχει από ψώρα· ψωριάρης. β. (μτφ.) που έχει όψη άθλια, θλιβερή, εξαθλιωμένη κτλ.: Ψωραλέα καχε κτικά δέντρα. Ένα ψωραλέο και κοκαλιάρικο γέρικο άλογο.

[λόγ. < αρχ. ψωραλέος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go