Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ψόφος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ψόφος ο [psófos] Ο18 : 1.(λαϊκότρ.) θάνατος ζώων από ασθένεια· (πρβ. θανατικό): Έπεσε ~ στο κοπάδι. ΠAΡ Kακό σκυλί* ψόφο δεν έχει. 2. (προφ.) για πρόσωπο, όταν ο ομιλητής θέλει να δείξει περιφρόνηση και αηδία: Ψόφο δεν έχει ο άθλιος, δεν πεθαίνει. || (ως κατάρα) Kακό ψόφο να ΄χεις, να έχεις κακό θάνατο. 3. (προφ.) πολύ κρύος καιρός· ψοφόκρυο, παγωνιά: Kάνει / έχει ψόφο! Έξω, έχει έναν ψόφο!

[αρχ. ψόφος `θόρυβος΄ (η σημερ. σημ. μσν.: δες ψοφώ)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go