Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: χείρ
58 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χείρα η [xíra] Ο γεν. χειρός, αιτ. χείρα, πληθ. χείρες, γεν. χειρών : (λόγ.) χέρι: Είναι έργο των χειρών μου. || (της) χειρός: α. για κτ. που γίνεται με το χέρι και όχι με μηχανή: Kεντήματα της χειρός, στο χέρι. β. για κτ. που φοριέται στο χέρι: Ρολόι της χειρός, του χεριού. (έκφρ.) δι΄ ανατάσεως* της χειρός. ~ βοηθείας, βοήθεια. συν* Aθηνά και ~ κίνει. ΦΡ νίπτω τας χείρας μου, για αποποίηση ευθυνών. (απαρχ.) ιδίαις* χερσί.

[λόγ. < αρχ. χείρ, αιτ. χεῖρα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειραγώγηση η [xiraγójisi] Ο33 : η ενέργεια του χειραγωγώ· καθοδήγηση·: H ~ του ανθρώπου στο δρόμο της αρετής. Iδεολογική / πολιτική ~.

[μσν. χειραγώγησις < χειραγωγη- (χειραγωγώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειραγωγώ [xiraγoγó] -ούμαι Ρ10.9 : 1.(λόγ.) οδηγώ κπ. κρατώντας τον από το χέρι: H Aντιγόνη χειραγωγούσε τον τυφλό Οιδίποδα. 2. (μτφ.) α. με συμβουλές και συνεχή συμπαράσταση βοηθώ κπ. να ακολουθήσει μια σωστή πορεία στη ζωή· καθοδηγώ: Οι δάσκαλοι χειραγωγούν τη νεολαία. Οι λαϊκές μάζες χειραγωγούνται από την πνευματική ηγεσία. β. (μειωτ.) ασκώ σε κπ. τέτοια επίδραση, με αποτέλεσμα να του αφαιρώ κάθε πρωτοβουλία και κάθε ανεξαρτησία στη σκέψη.

[λόγ. < ελνστ. χειραγωγῶ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειράμαξα η [xirámaksa] Ο27 : (λόγ.) καρότσι1.

[λόγ. < ελνστ. χειράμαξα `αμάξι με μπράτσα΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειραποσκευή η [xiraposeví] Ο29 : τσάντα ή μικρό δέμα που δεν το βάζουν στο χώρο των αποσκευών, αλλά που το κρατάει ο επιβάτης.

[λόγ. χειρ(ο)- + αποσκευή μτφρδ. αγγλ. hand luggage]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειραφεσία η [xirafesía] Ο25 : (νομ.) χειραφέτηση.

[λόγ. < μσν. χειραφεσία < χειρ(ο)- + άφεσ(ις) -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειραφέτηση η [xirafétisi] Ο33 : η ενέργεια του χειραφετώ. 1α. απαλλαγή από τη γονική κηδεμονία· χειραφεσία: H ~ των νέων. β. αναγνώριση στη γυναίκα όλων των αστικών δικαιωμάτων που έχει και ο άντρας. 2. απαλλαγή από κάποια εξάρτηση: Είναι απαραίτητη η ~ της εξωτερικής μας πολιτικής από τις ξένες δυνάμεις.

[λόγ. χειραφετη- (χειραφετώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειραφετώ [xirafetó] -ούμαι Ρ10.9 (συνήθ. παθ.) : 1α.απαλλάσσω κπ. από τη γονική κηδεμονία: Ο νέος όταν ενηλικιώνεται χειραφετείται. || γίνομαι ανεξάρτητος: Οι νέοι χειραφετούνται σήμερα πολύ νωρίς. β. απαλλάσσω τη γυναίκα από κοινωνικούς περιορισμούς και κυρίως από την ανδρική εξουσία και κηδεμονία: Οι γυναίκες σήμερα έχουν χειραφετηθεί από τις προκαταλήψεις που τις δέσμευαν. Xειραφετημένη γυναίκα, απελευθερωμένη. 2. (υπ. αφηρ. ουσ.) απαλλάσσω κτ. από κάθε μορφή εξάρτησης, το αποδεσμεύω: Πρέπει να χειραφετηθεί η εθνική οικονομία από τα ξένα μονοπώλια / η τοπική αυτοδιοίκηση από την κεντρική εξουσία.

[λόγ. < μσν. χειραφετώ < χειρ(ο)- + ελνστ. ἀφέτ(ης) στη σημ.: `απελεύθερος στη Σπάρτη΄ (πρβ. μσν. χειράφετος `απελεύθερος΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειραψία η [xirapsía] Ο25 : είδος χαιρετισμού κατά τον οποίο ο ένας πιάνει με την παλάμη του και κρατά για μερικά δευτερόλεπτα την παλάμη του άλλου: Aντάλλαξαν θερμή / μια τυπική ~. (λόγ. έκφρ.) διά χειραψίας, με χειραψία: Tον χαιρέτησε διά χειραψίας.

[λόγ. < ελνστ. χειραψία `λαβή των χεριών στην πάλη΄ σημδ. γερμ. Handgriff]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χειριδωτός -ή -ό [xiriδotós] Ε1 : για αρχαίο ένδυμα που έχει μανίκια: ~ χιτώνας / μανδύας.

[λόγ. < αρχ. χειριδωτός]

< Previous   [1] 2 3 4 5   Next >
Go to page:Go