Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: χαλκο-
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χαλκο- [xalko] & χαλκό- [xalkó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & χαλκ- [xalk], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις. 1. δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό έχει σχέση με το χαλκό: α. για εργασία που γίνεται πάνω σε χαλκό ή με χαλκό: ~γραφία, ~τυπία· χαλκόδετος. β. για πρόσωπο που ασχολείται με την κατεργασία του χαλκού: ~τύπης, χαλκουργός. γ. προέρχεται από το χαλκό: ~σκουριά. δ. είναι φτιαγμένο από χαλκό: ~νόμισμα, ~τσούκαλο. 2. (σε σύνθετα επίθ.) για χρώμα που έχει και τις αποχρώσεις του χαλκού: χαλκόξανθος, ~πράσινος. 3. (χημ.) για προσμείξεις, κράματα που περιέχουν χαλκό: ~κασσίτερος, ~μαγγανίτης, ~σιδηρίτης.

[λόγ. < αρχ. χαλκο- θ. του ουσ. χαλκό(ς) ως α' συνθ.: αρχ. χαλκό-δετος, ελνστ. χαλκο-πλάστης, χαλκό-λιθος `μετάλλευμα χαλκού΄ & διεθ. chalco- < αρχ. χαλκο-: χαλκο-γραφία, χαλκο-κυανίτης < ιταλ. calcografia, calco cianite]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go