Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φλυαρία
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φλυαρία η [fliaría] Ο25 : πολυλογία, περιττολογία χωρίς ουσία, άσκοπη ή ανόητη: Mας κούρασε / μας ρήμαξε με τη ~ του. Tον έπιασε ακατάσχετη ~. || (συνήθ. πληθ.) πολλά, περιττά, χωρίς ουσία, άσκοπα ή ανόητα λόγια: Δεν έδωσα σημασία στις φλυαρίες του. Άσε τις φλυαρίες και πες μας την ουσία.

[λόγ. < αρχ. φλυαρία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go