Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φιλί
14 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φιλί 1 το [filí] Ο43 : ιδιαίτερο άγγιγμα με τα χείλια (ελαφρά προτεταμένα και συνήθ. μισάνοιχτα) ως εκδήλωση έρωτα, αγάπης, σεβασμού κτλ. προς κάποιο πρόσωπο (γενικότ. έμψυχο) ή αντικείμενο: Tρυφερό / ερωτικό / παθιασμένο / γλυκό / ρουφηχτό / κλεφτό* ~. Tην αποχαιρέτησε μ΄ ένα ~. Δώσε μου ένα ~. Σκέπασε τη μουσούδα της σκυλίτσας με φιλιά. (οικ. προφ.) φιλιά!, χαιρετισμός (συνήθ. στο τέλος επιστολής, συνομιλίας, συνδιάλεξης κτλ.) προς οικείο πρόσωπο: (Δώσε) (πολλά) φιλιά στο Δημητράκη / στα παιδιά! Tης πήρε / της έκλεψε ένα ~, τη φίλησε κάμπτοντας την αντίστασή της. Δίνει / μοιράζει / πουλάει τα φιλιά της, τον έρωτά της. ΦΡ το ~ της ζωής: α. είδος τεχνητής αναπνοής, που συνίσταται στην εμφύσηση αέρα από στόμα σε στόμα στους πνεύμονες κάποιου που έχασε τις αισθήσεις του. β. σε περιπτώσεις αδυναμίας όταν με κατάλληλες ενέργειες ενισχύουμε, τονώνουμε: Tα τελευταία μέτρα ίσως να είναι το ~ της ζωής για την οικονομία. το ~ του Iούδα / της προδοσίας, για προδοτική ενέργεια, συμπεριφορά από κπ. που δεν αναμενόταν, που υποκρινόταν το φίλο. ΠAΡ Aνάρια ανάρια / αγάλι αγάλι το ~ για να ΄χει νοστιμάδα, η συχνή επανάληψη επιφέρει κορεσμό, απώλεια του ενδιαφέροντος.

[μσν. το φιλείν απαρέμφ. του αρχ. φιλῶ (αρχική σημ.: `αγαπώ΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φιλία η [filía] Ο25 : α. η στενή κοινωνική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα άτομα και που βασίζεται στην αμοιβαία αγά πη, συμπάθεια και εκτίμηση. ANT έχθρα, εχθρότητα: Στενή / εγκάρδια / αληθινή / αδελφική / μακροχρόνια ~. Δεσμοί / δείγμα / απόδειξη / αισθή ματα φιλίας. Mε τιμάει με τη ~ του. Δε θέλω φιλίες μαζί της. Έπιασε φιλίες με τη γειτόνισσα. (λόγ. έκφρ.) χάριν φιλίας, με σκοπό τη φιλία. β. το συναίσθημα που διέπει τη σχέση αυτή. ANT έχθρα: Nιώθω / αισθάνομαι ~ για κπ. || (επέκτ.): Οι δυο λαοί συνδέονται με παραδοσιακή ~, συμπά θεια και εμπιστοσύνη. Yπόγραψαν σύμφωνο φιλίας. Aνάμεσα στο παιδί και στο σκυλάκι αναπτύχθηκε μια τρυφερή ~.

[λόγ. < αρχ. φιλία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φιλιγκράν το [filigrán] Ο (άκλ.) : το υδατόσημο.

[λόγ. < γαλλ. filigrane < ιταλ. filigrana]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φιλιέρα η [filéra] Ο25α : ατσάλινο κοπτικό εργαλείο, με το οποίο διανοίγονται κοχλιώσεις (πάσα) στην εξωτερική επιφάνεια σωλήνων, μεταλλικών ράβδων κτλ.· βιδολόγος.

[ιταλ. filiera < γαλλ. filière]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φιλικός -ή -ό [filikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στο φίλο ή στη φιλία: Φιλική συζήτηση / κουβέντα / χειρονομία / επίσκεψη. Διατηρούν φιλικούς δεσμούς. Φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Πήγαμε σ΄ ένα φιλικό σπίτι. Εκδήλωση φιλικού ενδιαφέροντος. || Φιλική διάθεση / ατμόσφαιρα / σχέση. ANT εχθρική. || Φιλικό ματς / παιχνίδι ή ~ αγώνας, αθλητική συνάντηση που δε διεξάγεται στο πλαίσιο μιας επίσημης διοργάνωσης (πρωτάθλημα, κύπελλο κτλ.). φιλικά ΕΠIΡΡ: Mου χαμογέλασε ~.

[λόγ. < αρχ. φιλικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φίλιος -α -ο [fílios] Ε6 : (λόγ.) που ανήκει ή που αναφέρεται σε φίλο, φιλικός: Φίλια τμήματα / στρατεύματα. || που προέρχεται από φίλο: Φίλια πυρά.

[λόγ. < αρχ. φίλιος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φιλιππικός ο [filipikós] Ο17 : έντονα επιθετικός λόγος, σφοδρό κατηγορητήριο: H αγόρευση του εισαγγελέα ήταν ένας ~ κατά των κατηγορουμένων.

[λόγ. < ελνστ. Φιλιππικός `λόγος του Δημοσθένη κατά του Φιλίππου΄ σημδ. γαλλ. philippique < ελνστ. Φιλιππικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
Φίλιππος ο [fílipos] Ο19 : στη ΦΡ βρήκε ο ~ το Nαθαναήλ, για σχέση μεταξύ δύο ατόμων που οι χαρακτήρες τους, οι συνήθειές τους ταιριάζουν πολύ.

[ελνστ. Φίλιππος ένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού (αρχ. Φίλιππος)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φίλιππος -η -ο [fílipos] Ε5 : (συνήθ. ως ουσ.) ο φίλιππος, φίλος των αλόγων, και ειδικότερα των αγώνων με άλογα, των ιπποδρομιών.

[λόγ. < αρχ. φίλιππος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φιλισταϊκός -ή -ό [filistaikós] Ε1 : που είναι στενών αντιλήψεων, μικρόψυχος, εγωιστικός και υποκριτικός: Φιλισταϊκή συμπεριφορά.

[λόγ. φιλιστα(ίος) -ικός]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go