Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φημί
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φημίζομαι [fimízome] Ρ2.1β μππ. φημισμένος* : έχω, αποκτώ φήμη, είμαι, γίνομαι ευρύτερα γνωστός: H περιοχή φημίζεται για τα νόστιμα φρούτα / για την ωραία παραλία / για τη φιλοξενία των κατοίκων της. Ο άνθρωπος αυτός φημίζεται για την τιμιότητά του / την ακεραιότητά του / την ψευτιά του / τη χυδαιότητά του / την τεμπελιά του. Ο Δημοσθένης φημιζόταν για τη ρητορική του δεινότητα.

[λόγ. < ελνστ. φημίζεται `κυκλοφορεί η φήμη για κπ.΄ (αρχ. φημίζω `διαδίδω πληροφορία΄) & σημδ. γαλλ. avoir la réputation]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φημισμένος -η -ο [fimizménos] Ε3 : που έχει αποκτήσει φήμη, που είναι ευρύτερα γνωστός· ονομαστός, ξακουστός: Tα φημισμένα γαλλικά κρασιά / πούρα Aβάνας. ~ καλλιτέχνης / συγγραφέας / δικηγόρος.

[λόγ. μππ. του φημίζομαι μτφρδ. γαλλ. fameux]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go