Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φεγγίτης
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φεγγίτης ο [fengítis & fegítis] Ο10 : μικρό, κυρίως κυκλικό ή ορθογώνιο άνοιγμα ή παράθυρο, συνήθ. με τζάμι, που βρίσκεται είτε στην οροφή είτε ψηλά στον τοίχο κλειστών εσωτερικών χώρων και εξυπηρετεί (αυτό μόνο) το φωτισμό ή και τον εξαερισμό τους: H κουζίνα / το υπόγειο / η σοφίτα / το κελί φωτιζόταν από ένα μικρό φεγγίτη. || σε ορισμένα παράθυρα, το πάνω πάνω ανεξάρτητο τμήμα, που χρησιμεύει για εξαερισμό του χώρου.

[ελνστ. φεγγίτης `που δίνει φως΄ (η σημερ. σημ. μσν.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go