Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: υπόβαθρο
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υπόβαθρο το [ipóvaθro] Ο41 : για αφηρημένες έννοιες, ό,τι αποτελεί τη βάση επάνω στην οποία στηρίζεται κτ.: Tο ιδεολογικό / φιλοσοφικό / συναισθηματικό / πολιτιστικό ~.

[λόγ. < αρχ. ὑπόβαθρον `στήριγμα΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go