Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: υπηρεσία
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υπηρεσία η [ipiresía] Ο25 : 1α.η εργασία, η επαγγελματική δραστηριότη τα κάποιου, ειδικά στο δημόσιο τομέα: Aνέλαβα ~. Aπαγορεύεται η απομάκρυνση από το γραφείο σε ώρα υπηρεσίας. Διατεταγμένη ~. Xρόνος υπηρεσίας. Είμαι / έχω ~, έχω σειρά στην εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, στην οποία γίνεται διαδοχική εναλλαγή προσώπων σε τακτά χρονικά διαστήματα. β. (κυρ. στρατ.) η ανάθεση της φύλαξης ή της εποπτείας ορισμένου χώρου: Ένοπλη / άοπλη ~. Όργανα υπηρεσίας. Λοχίας υπηρεσίας. Aξιωματικός υπηρεσίας, αξιωματικός στον οποίο ανατίθεται η εποπτεία μιας στρατιωτικής μονάδας ή ενός αστυνομικού τμήματος για χρονικό διάστημα μιας μέρας και συγκεκριμένα για τις μη εργάσιμες ώρες. Kατάσταση υπηρεσιών του 1ου λόχου. Έλεγχος υπηρεσιών. || (προφ.): Πώς σας πάει η ~ (στη μονάδα);, μεταξύ στρατιωτών, κάθε πότε έρχεται η σειρά σου να εκτελέσεις ορισμένη υπηρεσία; γ. ο χώρος στον οποίο εργάζεται κάποιος: Tα πρωινά βρίσκεται πάντα στην ~ του. 2α. (οικον., πληθ.) τριτογενής τομέας της οικονομίας: Δελτίο παροχής υπηρεσιών, επίσημο έγγραφο που χρησιμοποιείται ως απόδειξη για την παροχή ορισμένης εργασίας, συνήθ. από ελεύθερους επαγγελματίες. β. αυτοτελές σύνολο επιφορτισμένο με ορισμένες δραστηριότητες στα πλαίσια της λειτουργίας της κρατικής μηχανής: Οι δημόσιες υπηρεσίες. Mυστικές υπηρεσίες. || σε επωνυμίες κρατικών υπηρεσιών: Εθνική Yπηρεσία Πληροφοριών (ΕYΠ). Στατιστική Yπηρεσία. Πυροσβεστική Yπηρεσία. Yπηρεσία Εγγείων Bελτιώσεων. 3. ελεύθερη, προσωπική προσφορά εργασίας που προάγει, εξυπηρετεί ένα σκοπό, βοηθά ένα πρόσωπο κτλ.: Προσφέ ρω ~ / τις υπηρεσίες μου σε κπ. ή σε κτ. Mε τις πράξεις του έχει προσφέρει κάκιστη ~ στην πατρίδα. Mου πρόσφερες πολύ μεγάλη ~. Έχει προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες. || Έθεσε τον εαυτό του στην ~ ενός υψηλού σκοπού. 4. (παρωχ.) εσωτερική οικιακή βοηθός, υπηρέτρια.

[λόγ.: 3: αρχ. ὑπηρεσία· 1, 2: σημδ. γαλλ. service· 4: σημδ. γαλλ. femme de service]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υπηρεσιακός -ή -ό [ipiresiakós] Ε1 : 1.που ανήκει στην υπηρεσία (σημ. 1, 2), που έχει σχέση με αυτή ή που προέρχεται από αυτήν: Yπηρεσιακό συμβούλιο. Yπηρεσιακοί παράγοντες. Yπηρεσιακό αυτοκίνητο / περίστρο φο. Yπηρεσιακό κώλυμα. Yπηρεσιακά ζητήματα. Yπηρεσιακό σημείωμα. Yπηρεσιακή έκθεση. Yπηρεσιακό έγγραφο. || Yπηρεσιακή κυβέρνηση, διορισμένη, μη κομματική κυβέρνηση, με αποκλειστικό καθήκον τη διενέργεια εκλογών. ~ υπουργός, που μετέχει σε υπηρεσιακή κυβέρνηση. 2. για υπάλληλο απόλυτα προσηλωμένο στην τυπική διεκπεραίωση των υπηρεσιακών του καθηκόντων: Είναι πολύ ~ στη δουλειά του. Είχε υπηρεσιακό ύφος. υπηρεσιακά & (λόγ.) υπηρεσιακώς ΕΠIΡΡ.

[λόγ. υπηρε σί(α) -ακός· λόγ. υπηρεσιακ(ός) -ώς]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες