Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τσίρκο
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τσίρκο το [tsírko] Ο39 : 1α. θέαμα που περιλαμβάνει επιδείξεις εξημερωμένων ή άγριων ζώων, ακροβατών, ταχυδακτυλουργών κτλ.: Δε μου αρέσει να βλέπω ~. (έκφρ.) γίνομαι ~, γελοιοποιούμαι μπροστά στον κόσμο· ΣYN ΦΡ γίνομαι θέατρο·. β. θίασος, συνήθ. περιοδεύων, που δίνει παραστάσεις τσίρκου: Ήρθε στην Ελλάδα το ~ της Ουγγαρίας / της Iταλίας κτλ. 2. είδος αμφιθεάτρου που συνήθ. στεγάζεται σε σκηνή, όπου γίνονται οι παραστάσεις του τσίρκου: Tα εισιτήρια πουλιούνται έξω από το ~.

[ιταλ. circo]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go