Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τρόπις
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τροπισμός ο [tropizmós] Ο17 : (βοτ.) κίνηση προσανατολισμού των φυτικών οργανισμών, που προκαλείται από κάποιο ερέθισμα: Θετικός ~, όταν κατευθύνεται προς το ερέθισμα. Aρνητικός ~, όταν είναι αντίθετος προς το ερέθισμα.

[λόγ. < γαλλ. tropisme < αρχ. τρόπ(ος) στη σημ.: `στροφή΄ -isme = -ισμός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go