Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τρόμος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τρόμος 1 ο [trómos] Ο18 : δυνατός και ξαφνικός φόβος που προκαλεί έντονη εσωτερική ταραχή: Tον έπιασε / τον κατέλαβε ~ στη θέα του εξαγριωμένου θηρίου. Tαινίες τρόμου και φρίκης, με ανατριχιαστικές υποθέσεις, γκραν γκινιόλ. (έκφρ.) φόβος και ~, μεγάλος φόβος: Mε πιάνει φόβος και ~ μόλις τον δω. Οι πειρατές ήταν ο φόβος και ο ~ των θαλασσών, το φόβητρο. ισορροπία τρόμου, ισορροπία πολεμικού εξοπλισμού σε αντίπαλους συνασπισμούς για την εξασφάλιση της ειρήνης. το μεροκάματο του τρόμου, για δουλειά πολύ επικίνδυνη: Οι εργάτες στα ορυχεία βγάζουν το μεροκάματο του τρόμου.

[αρχ. τρόμος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τρόμος 2 ο : (ιατρ.) τρεμούλα: ~ των χεριών. Γεροντικός ~.

[λόγ. < αρχ. τρόμος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go