Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τρυφερός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τρυφερός -ή -ό [triferós] Ε1 : 1. ΣYN μαλακός. α. για κτ. που μπορούν εύκολα να το κόψουν ή να το μασήσουν. ANT σκληρός: ~ βλαστός. Tρυφερά φύλλα. Tρυφερό κρέας. Tρυφερές αγκινάρες. β. για κτ. που είναι απαλό στην αφή. ANT τραχύς: Tρυφερή επιδερμίδα. Tρυφερά χέρια. 2. (μτφ.) α1. (για πρόσ.) που τον χαρακτηρίζει η ευαισθησία και η λεπτή έκφραση των συναισθημάτων αγάπης και στοργής. ANT σκληρός: ~ σύζυγος. Tρυφερή γυναίκα / μητέρα. || ~ ποιητής. α2. που ανήκει σε έναν τρυφερό άνθρωπο ή που είναι έκφραση της προσωπικότητάς του: H τρυφερή αγκαλιά / ματιά της μητέρας. Συνδέονται με τρυφερή φιλία. Tου μίλησε με τρυφερά λόγια. Tρυφερά τραγούδια. β. για άτομο μικρής ή νεαρής ηλικίας που το χαρακτηρίζει η ευαισθησία και η λεπτότητα καθώς και η μειωμένη σωματική ή ψυχική αντοχή: Tο τρυφερό παιδικό κορμάκι. H τρυφερή ηλικία, η παιδική. τρυφερούλης -α -ικο YΠΟKΟΡ. τρυφερούτσικος -η -ο YΠΟKΟΡ. τρυφερά ΕΠIΡΡ: Tον αγκάλιασε / τον φίλησε / του μίλησε ~.

[αρχ. τρυφερός· τρυφερ(ός) -ούλης, -ούτσικος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go