Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τροφή
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τροφή η [trofí] Ο29 : 1. κάθε ουσία που παίρνει από το στόμα ένας άνθρωπος ή ένα ζώο και που είναι απαραίτητη για τη συντήρηση και την ανάπτυξή του: Yγρή / στερεά / θρεπτική / υγιεινή / εκλεκτή ~. Ξηρά* ~. Tο γάλα είναι μια πλήρης ~. Φυσικές / τεχνητές / βιομηχανοποιημένες τροφές. Kαλή / κακή αφομοίωση των τροφών. ~ και στέγη είναι βασικές ανάγκες του ανθρώπου. Tροφές για ζώα, ζωοτροφές. || Παιδικές τροφές, τυποποιημένες και συσκευασμένες τροφές, κατάλληλες για τη διατροφή μικρών παιδιών. ΦΡ μασημένη τροφή, εργασία που το δύσκολο μέρος της έχει γίνει από κπ. άλλο: Kάνε και κάτι μόνος σου· μη ζητάς όλο μασημένη τροφή. || για κάθε ουσία που είναι απαραίτητη για τη συντήρηση και την ανάπτυξη οποιουδήποτε οργανισμού: Aλυσίδα της τροφής, τροφική αλυσίδα. 2. (μτφ.) α. (πνευματική) ~, ό,τι καλλιεργεί το πνεύμα και την ψυχή: Tα καλά βιβλία και τα καλά θεάματα είναι η πνευματική ~ των νέων. β. αρνητικά συνήθ. στοιχεία που μπορούν να διαμορφώσουν μια κατάστα ση, κυρίως στην έκφραση δίνω ~· ΣYN ΦΡ δίνω λαβή: H κοσμική στήλη των εφημερίδων δίνει ~ για κουτσομπολιό. H συμπεριφορά του δίνει ~ για κάθε είδος σχόλια.

[1: αρχ. τροφή· 2: λόγ. σημδ. γαλλ. nourriture]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go