Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τριμερής
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τριμερής -ής -ές [trimerís] Ε10 : 1. που αποτελείται από τρία όμοια μέρη. || (βοτ.) Tριμερή άνθη, που έχουν από τρία πέταλα, σέπαλα κτλ. 2. που γίνεται από αντιπροσώπους τριών μερών, στον οποίο συμμετέχουν τρία μέρη, όπως π.χ. κράτη: ~ συμμαχία / συνθήκη. Tριμερές σύμφωνο.

[λόγ. < αρχ. τριμερής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go