Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: τζογαδόρος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τζογαδόρος ο [dzoγaδóros] Ο18 : (προφ.) μανιώδης χαρτοπαίκτης· χαρτόμουτρο. || (επέκτ.) παίκτης κάθε τυχερού παιχνιδιού.

[βεν. zogador -ος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες