Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ταύτα
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ταύτα [táfta] αντων. : μόνο σε λόγιες εκφράσεις μετά ~, ύστερα από αυτά. κατά ~, σύμφωνα με αυτά. διά ~, ως εισαγωγικό απόφασης, γι΄ αυτούς τους λόγους. το διά ~, το συμπέρασμα: Aκούσαμε τα επιχειρήματά σου· έλα τώρα και στο διά ~. παρά ~, παρ΄ όλα αυτά.

[λόγ. < αρχ. ταῦτα, πληθ. του τοῦτο, ουδ. του οyτος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ταυτάριθμος -η -ο [taftáriθmos] Ε5 : (επίσ.) για απόφαση που έχει πρωτοκολληθεί με τον ίδιο αριθμό με τον οποίο εκδίδεται το έγγραφο κοινοποίησης.

[λόγ. ταυτ(ο)- + αριθμ(ός) -ος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go