Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ταινία
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ταινία η [tenía] Ο25 : I1. φιλμ. α. πλαστική μεμβράνη, επικαλυμμένη με ένα στρώμα υλικού ευπαθούς στο φως, με διάτρητες πλευρές, όπου αποτυπώνονται οι (αρνητικές) εικόνες μιας κινηματογραφικής λήψης. β. (Kινηματογραφική) ~, κινηματογραφικό έργο αποτυπωμένο στην παραπά νω πλαστική μεμβράνη: Γυρίζω μια ~ μικρού / μεγάλου μήκους. ~ έγχρω μη / ασπρόμαυρη. ~ κινούμενων σχεδίων. ~ ιστορικού / κοινωνικού / πολιτικού περιεχομένου. Σκηνοθέτης / παραγωγός ταινιών. 2. ~ μαγνητοφώνου / βίντεο, πλαστική μεμβράνη όπου γίνεται μαγνητική εγγραφή ήχου ή εικόνας. II1. μακρόστενη λωρίδα από χαρτί, ύφασμα ή άλλο υλικό· κορδέλα: Στόλισαν την αίθουσα με μπλε και άσπρες ταινίες. ~ πηλικίου. Στεφάνια με άσπρες / μοβ ταινίες. Λαμπάδες μνημοσύνου με μοβ ταινίες. Ο υπουργός έκοψε την ~ των εγκαινίων, η οποία κλείνει την είσοδο του κτιρίου που πρόκειται να εγκαινιαστεί. ~ ασφαλείας, που περιβάλλει και σφραγίζει συσκευασμένο προϊόν, ώστε να εξασφαλίζεται η γνησιότητά του. Mονωτική ~. Kολλητική ~. ~ μεταφοράς, κινούμενη ταινία που μεταφέρει εμπορεύματα από το ένα σημείο στο άλλο. 2. για κτ. που έχει μακρόστενο σχήμα: ~ ιωνικού κίονα, που χωρίζει το επιστύλιο από τη ζωφόρο. III. παράσιτο που ζει στα έντερα των θηλαστικών: H ~ προκαλεί στον άνθρωπο πεπτικές διαταραχές. ~ έχεις και τρως τόσο πολύ; ταινιούλα η YΠΟKΟΡ και μειωτ. στη σημ. I1β.

[λόγ.: ΙΙ: αρχ. ταινία (στη σημ. 1)· ΙΙΙ: ελνστ. σημ.· Ι: σημδ. γαλλ. bande· ταινί(α) -ούλα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go